Tag Archives: ιστορία

Εικόνα

Βουλή: Πως ψηφίστηκαν 52 νομοσχέδια σε 14΄

http://bit.ly/2wYPu2M

Προεκλογικές ιστορίες από την Παλιά Αθήνα
Και η σημερινή μας ανάρτηση, στη νέα μας στήλη «Καλό Βόλι» δεν θα μπορούσε να
αγνοήσει το απροκάλυπτο κομματικό όργιο ψήφισης φωτογραφικών διατάξεων στην μισοάδεια Βουλή λίγο προτού κλείσει την δική της αυλαία …

Επειδή βέβαια διαχρονικά το επιχείρημα είναι: «Και οι άλλοι τα ίδια κάνανε», επιβεβαιώνουμε του λόγου το αληθές με τα πρακτικά συνεδρίασης του Ελληνικού Κοινοβουλίου του 1932. Ίσως χρησιμοποιηθεί από την επόμενη κυβέρνηση εν ευθέτω χρόνω σαν επιχείρημα ότι «και οι άλλοι τα ίδια…»
«Καλό Βόλι» Είναι μια φράση που αρχικά χρησιμοποιούσαν ως ευχή οι αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 για εύστοχη βολή κατά του τυράννου. Μετά το 1864 χρησιμοποιείται μεταφορικά ως ευχή για εύστοχη πολιτική επιλογή μπροστά στις εκλογικές κάλπες.

«Η Βουλή!

Θα έπρεπε να εγίνετο τρόπος, ώστε να συγκεντρωθούν όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες εις τον χώρον του γνωστού οικήματος της οδού Σταδίου προχθές Σάββατον και, μετέχοντες του πένθους επί τη φρικτή απωλεία του κοινοβουλευτισμού, να ενώσουν μεθ’ ημών τας δεήσεις των…


Τί αίσχος! Τί ξετσιποσιά!

Ήτο η 6.30 μ. μ. ώρα προχθές, ότε η συνεδρίασις της Βουλής άρχεται, προτού την κηρύξη ο κώδων του Προέδρου. Παρίστανται βουλευταί οκτώ, υπουργοί δύο, και κλητήρες επτά. Εις τα θεωρεία κίνησις ζωηροτάτη. Διότι η ημερησία διάταξις της νομοθετικής εργασίας, πλουσιωτάτη, περιλαμβάνει άπειρα νομοσχέδια αξίας ποσών δισεκατομμυρίου, όλα προσωπικά. Και ήτο φυσικόν οι ενδιαφερόμενοι να ευρίσκωνται εις τας θέσεις των.

Έπρεπε διά μεγαφώνου ν’ ακουσθή και από την τελευταίαν καλύβην της χώρας η πανηγυρικη αυτή συνεδρίασις του Σαββάτου και να τηλεγραφηθή, ώστε να την ιδούν όλοι οι Έλληνες, που εις την επαρχίαν φαντάζονται την Βουλήν, τους βουλευτάς, τον κοινοβουλευτισμόν, όλα αυτά τα πράγματα, ως κάτι σπουδαίον. Έπρεπε…

Μέσα εις μίαν ατμόσφαιραν αφαντάστου κακοηθείας και αισχρότητος, πενήντα δύο νομοσχέδια ψηφίζονται εις 14΄ λεπτά της ώρας. Ό, τι εγίνετο είνε απερiγραπτον

Ξηρός (φιλελ. Βουλευτής)

Αυτό είνε κακοηθές!…

Κάποιος (ενδιαφερόμενος εκ του θεωρείου)

Σκάσε, βρε σύ!

Και εν συνεχεία:

Κυπαρούσος (φιλελ. Βουλευτής)

Πάψε βρε σύ, που είσαι συνήγορος της «δουλειάς» επειδή πήρες λεφτά!

Κοντοδίνας (φιλελ. Βουλευτής θιγόμενος)

Εμένα ρε, το λες αυτό, σύ, ο οποίος εβούτηξες λεπτά απ’ την υπόθεσι Λαζαράδων!…

Και τα νομοσχέδια, όλα σοβαρώτατα και έχοντα ανάγκην συζητήσεως εξονυχιστικής, ψηφίζονται ασυζητητεί εις το γόνυ, αντιστάσεως– μη ούσης. Οι οκτώ κρίνουν και εγκρίνουν

-Δεκτόοον!…

Η λέξις αυτή με την οποίαν καταντά καιάδας η νομολογία και η πολυνομία της χώρας, επαναλαμβάνεται αδιακρίτως και όταν δεν υπάρχει λόγος. Ουδείς προσέχει τί ζητεί ο άλλος. Ουδείς συζητεί, ούτε ένας δεν ενδιαφέρεται. Μόνον όλοι βιάζονται να ψηφισθούν λάθρα τα «ιδικά» των… και να φεύγουν για του Ζαχαράτου…

-Δεκτόοοοον!!!…

-Και εις το σύνολον…

-Αμμή;

Κάποιος βουλευτής ζητεί να μάθη από το Προεδρείον αν ψηφίσθη το 14.

-Ρε ποιο 14; Έχουμε το 32!

-Πότε πέρασε το 14;

-Πέρυσι!

Η συνεδρίασις συνεχίζεται ακμαία, ενώ τα μεν θεωρεία ξεκαρδίζονται στα γέλια, οι δε βουλευταί συμπλέκονται. Αγορεύει ο κ. Βερδέλης περί του κρατικού προϋπολογισμού. Αλλά πριν φθάση στα μισά το βέλασμα των οκτώ βουλευτών με τους οποίους γίνεται η συνεδρίασις ξεσπά:

-Δεκτόν!

-Να τελειώσω πρώτα…

-Τίποτε, τίποτε, δεκτόν!…

Εις μίαν στιγμήν, λόγου μη υπάρχοντος και επερωτήσεως μη κατατεθειμένης, συζητείται επερώτησις εις στιγμήν νομοθετικής εργασίας. Οι υπουργοί κ. κ. Κουτσοπέταλος και Βαρδόπουλος, όρθιοι, επερωτώνται και επερωτούν διαφωνούντες. Δίπλα των, μία ομάς τριών- τεσσάρων βουλευτών και δέκα ιδιωτών συντάσσουν στο γόνυ με μολύβι κάποιο νομοσχέδιον!

Ομιλεί ο κ. Ν. Αβραάμ, βουλευτής εκ Πειραιώς περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Ν. Αβρααμ. Έργον ιστορικόν κ. κ. βουλευταί επιτελεί σήμερον η Κυβέρνησις των Φιλελευθ…

Τρείς βουλευταί (διακόπτοντες). Τίποτε, τίποτε δεκτόν, δεκτόν, δέκτον!

Κάποιος (εκ των θεωρείων). Αφήστε τον να μιλήση πρώτα τον χριστιανό…

Εις βουλευτής. Τίποτε δεκτόν! Ας τα γράψη στις εφημερίδες αυτά που θάλεγε!

Πρόεδρος. Δεκτόν λοιπόν.

Οι οκτώ. Αμμ’ τι; Παίζουμε δηλαδή;

Εις το σημείον τούτο κάποιος θέλει να γίνη δεκτή ωρισμένη τροπολογία του. Την διαβιβάζει λοιπόν προφορικώς εκ του θεωρείου και, μετέχων της συνεδριάσεως, κατορθώνει να του γίνη το χατήρι!

Θέαμα άξιον θρήνων, απερίγραπτον αληθώς!

Ο κ. Δ. Μπότσαρης ομιλεί περί σεισάχθειας εν τη αρχαιότητι και περί Ασφαλίσεων της εποχής μας.

Πρόεδρος. Λύεται η συνεδρίασις…

Μπότσαρης. Εγώ δεν ήρχισα ακόμη…

Πρόεδρος. Αυτό δεν έχει να κάμη!

Εν τω μεταξύ οι πρακτικογράφοι των εφημερίδων εκ του θεωρείου των εξέρχονται εις τον κήπον, και εκείθεν παρακολουθούν την «ιστορικήν» συνεδρίασιν».

(«Η Ελληνική», 1932, «Ο πρακτικογράφος»)

Διαβάζοντας τέτοια περιστατικά, που δυστυχώς δεν ήσαν σπάνια, ενθυμείται κανείς το σύντομο αλλά καυστικό σχόλιο του εξαίρετου Δημοσθένη Τζιβανόπουλου, Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την περίοδο 1892-1911

«Το μέγιστον ατόπημα του επαγγέλματος των δικηγόρων είνε ότι εξ εκατόν ανδρών, ασπασθέντων το επάγγελμα τούτο, το ήμισυ μόνον αποζή εξ αυτού. Το έτερον ήμισυ αναγκάζεται να αναζητήση αλλαχού πόρον υπάρξεως. Επειδή δε αι περί τα νομικά σπουδαί κατέστησαν αυτούς ανικάνους προς εξάσκησιν άλλου βιοποριστικού επαγγέλματος, πολλοί εξ αυτών κατέρχονται εις το πολιτικόν στάδιον μετερχόμενοι, ως επι το πλείστον, δημαγωγικήν πολιτικήν, ήτις είνε η ευχερεστέρα, μη χρήζουσα προς ενάσκησιν αυτής εμβριθείς μελέτας ή άλλης τινός ιδιότητος ή αρετής, αρκεί μόνον ο ούτω πολιτευόμενος να έχη θράσος και φωνήν αρκούντως σθεναράν,όπως απαγγέλλη λόγους εστερημένους του κοινού νοός»

(«Ελεύθερον Βήμα», 1929)

Θωμάς Σιταράς Αθηναιογράφος-Συγγραφέας

via Blogger anatakti.gr

Advertisements
Εικόνα

«Δεν έχω θέση εγώ στις γιορτές»

http://bit.ly/2K5EgSN

Καταναγκαστική εργασία στη ναζιστική Γερμανία. Μνήμες και αφηγήσεις αιχμαλώτων
αναδεικνύουν μια υποφωτισμένη πτυχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Ε, όχι, δεν θα πάω πουθενά, δεν έχω θέση εγώ στις γιορτές. Θα μείνω εδώ και θα συντροφεύσω νοερά όλους αυτούς που δεν θα γιορτάσουν τη σημερινή μεγάλη μέρα, όλα τα θύματα της πολεμικής λαίλαπας. Κοντά στις χήρες, στα ορφανά, στις χαροκαμένες μάνες, στους αναπήρους, στους αστέγους, στους εξαθλιωμένους, Θα αναλογιστώ τα εκατομμύρια των παλικαριών που χάθηκαν πάνω στο άνθος της ηλικίας τους πολεμώντας, στον ηλίθιο αυτό πόλεμο και τα εκατομμύρια του άμαχου πληθυσμού που εκτελέστηκαν, σκοτώθηκαν στους βομβαρδισμούς, πέθαναν από την πείνα, τα βασανιστήρια, τις φυλακίσεις και τις στερήσεις. Θα μείνω μπροστά στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων, αυτό το αιώνιο αίσχος και όνειδος της ανθρωπότητας και του πολιτισμού της».

Η αφήγηση ανήκει στον Γιάννη Γκούτα. Φοιτητής της Νομικής, συνελήφθη τον Αύγουστο του 1944 στο μπλόκο που πραγματοποίησαν οι δυνάμεις κατοχής στην περιοχή του Βύρωνα. Οδηγήθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και από εκεί στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε τον Απρίλιο του 1945 έπειτα από πολύμηνη καταναγκαστική εργασία. Η επιστροφή του στην Ελλάδα υπήρξε μία εξαιρετικά πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία. Το παραπάνω απόσπασμα αφορά στη στάση που τήρησε έναντι των εορτασμών εκείνων των ημερών για τη λήξη του πολέμου και τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Σύμφωνα με τις πηγές, ο αριθμός των ξένων εργατών που χρησιμοποιήθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς ανήλθε στα 5,5 εκατομμύρια περίπου. Η ελληνική «αποστολή» δεν ξεπέρασε τα 11.000 άτομα. Ένα μέρος αυτών ανταποκρίθηκε οικειοθελώς στις προσκλήσεις των κατοχικών αρχών για εργασία, η πλειονότητα ωστόσο προέκυψε δια της αιχμαλωσίας. Οι αλλοδαποί εργάτες κάλυψαν τις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας του Ράιχ και χρησίμεψαν στην κατασκευή έργων υποδομής αρχικώς, οχυρωματικών στη συνέχεια. Στο τέλος του πολέμου μετατράπηκαν σε ανθρώπινη ασπίδα έναντι των Συμμαχικών βομβαρδισμών. Οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας τους υπήρξαν κατά κανόνα άθλιες. Διέμεναν σε πρόχειρα στρατόπεδα στον προαύλιο χώρο εργοστασίων ή κοντά στα εργοτάξια (τούνελ, σιδηροδρομικές γραμμές κ.α).

Η Συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944 ως γεγονός-καταλύτης στην ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η σταδιακή έκτοτε πορεία προς την οριστική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, αύξησε τις ανάγκες της για υποστήριξη στα μετόπισθεν, επιτείνοντας το δράμα των ξένων εργατών. Στην Ελλάδα την ίδια περίοδο, οι Γερμανοί επιδόθηκαν σε μία άνευ προηγουμένου καταστροφή της υπαίθρου (στο πλαίσιο μιας στρατηγικής παράδοσης «καμένης γης») και αποδυνάμωση των αστικών κέντρων από τον ενεργό ανδρικό πληθυσμό τους μέσω της διενέργειας μπλόκων και συλλήψεων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 χάριν ενός διακανονισμού που συνόδευσε την περίφημη «υπόθεση Μέρτεν» ανάμεσα στην ελληνική πολιτεία και την τότε Δυτική Γερμανία αποδόθηκε ένα ποσό της τάξεως των 115 εκατομμυρίων μάρκων που διαμοιράστηκε σε όσους βίωσαν τη φρίκη του εγκλεισμού σε ναζιστικά στρατόπεδα. Η ιστορική έρευνα ωστόσο παραμένει ανοιχτή ως προς το ζήτημα της εργασίας στο Γ Ράιχ.

*Η στήλη ευχαριστεί θερμά την Δρ. Φιλόλογο κ. Αννίτα Παναρέτου για την παραχώρηση στοιχείων της πολύχρονης και υπό έκδοση έρευνας της για την περίπτωση των εγκλείστων μη Εβραίων Ελλήνων υπηκόων σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές την περίοδο 1941-1945. Το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει το άρθρο προέρχεται επίσης από προσωπική συλλογή της κ. Παναρέτου.

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

Δίνοντας «εξετάσεις» στο υπουργείο…

http://bit.ly/2Ww9byj

Προεκλογικές ιστορίες απίστευτου κάλλους από την Παλιά Αθήνα
Η σημερινή μας ανάρτηση, στη νέα μας στήλη «Καλό Βόλι» δεν θα μπορούσε να αγνοήσει
το απροκάλυπτο κομματικό όργιο ρουσφετολογίας που παίχτηκε στην μισοάδεια Βουλή λίγα εικοσιτετράωρα προτού κλείσει την δική της αυλαία…
Φυσικά και στα παλιά χρόνια βολεύανε «τα δικά τους παιδιά», μόνο που, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, αυτό γινόταν με τακτ και με σεβασμό στη νοημοσύνη των ψηφοφόρων…
«Καλό Βόλι» Είναι μια φράση που αρχικά χρησιμοποιούσαν ως ευχή οι αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 για εύστοχη βολή κατά του τυράννου. Μετά το 1864 χρησιμοποιείται μεταφορικά ως ευχή για εύστοχη πολιτική επιλογή μπροστά στις εκλογικές κάλπες.

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ είναι τέλος και ο τίτλος του νέου επίκαιρου βιβλίου του Αθηναιογράφου και συνεργάτου μας Θωμά Σιταρά, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, και ο οποίος βεβαίως επιμελείται του υλικού.

«-Κύριε τμηματάρχα, καλημέρα σας. Θέλω να λάβω μέρος εις τον διαγωνισμό προς απόκτησιν πτυχίου καθηγητού της γαλλικής. Έχετε την καλωσύνην να με πληροφορήσετε εις τί θα εξετασθώ;

Ο υποβάλλων την ανωτέρω ερώτησιν είναι ένας νέος είκοσι πέντε-είκοσι έξη χρόνων. Ύφος συνεσταλμένο, περιβολή πτωχού «διαβόλου» διεξάγοντος τον σκληρόν αγώνα της βιοπάλης, και καταβάλλοντος επί μήνας και έτη ακόμη απεγνωσμέναςπροσπαθείας δια να εύρη κάποια θεσούλα και να ησυχάση.

Διαβάζει τις εφημερίδες κάθε πρωί και κάθε βράδυ, ερευνά προσεκτικά εις την στήλη του «Ζητούνται», καταφεύγει εις τον βουλευτήν της ιδιαιτέρας του πατρίδος, εις τους κομματάρχας, εις τους φίλους των κομματαρχών, εις όλους τους γνωρίμους του, δια να επιτύχη την θέσι που ονειρεύεται. Τίποτε…

Και έξαφνα, μια μέρα, πληροφορείται ότι το τάδε Υπουργείον, ας είπωμεν της Εθνικής Οικονομίας, προκηρύσσει διαγωνισμόν δια την απόκτησιν πτυχίου καθηγητού. Τρίβει τα χέρια του από την ευχαρίστησι ο πτωχός «διάβολος». Μια αμυδρή φευγαλέα ελπίς φωτίζει την ψυχή του. Τα γαλλικά τα γνωρίζει θαυμάσια, έχει δύο διπλώματα, δεν είναι δυνατόν να μην επιτύχη εις τον διαγωνισμό.

Και τότε; Το μέλλον του εξησφαλίσθη. Θα διορισθή σε καμμιά επαρχιακή σχολή, και μετά δύο-τρία, τέσσερα χρόνια, όταν κενωθήκαμμιάθέσις, θα έλθη εις τας Αθήνας.

-Λοιπόν, κ. Τμηματάρχα; Επαναλαμβάνει ο υποψήφιος, με φωνήν ακόμη πιο σιγανή, με ύφος ακόμη πιο συνεσταλμένον, με το πλέον μειλίχιον ύφος, απλώνων εις το πρόσωπόν του το πιο γλυκύ του χαμόγελο, δια να μην ενοχλήση τον κ. τμηματάρχη.

Επί τέλους ο κ. τμηματάρχης υποβάλλεται εις τον κόπον ν’ απαντήση:

-Ρωτάτε δια τον διαγωνισμό των γαλλικών; Δεν βαρυέστε, δεν είναι τίποτε. Δύο μεταφράσεις, απ’ το ελληνικό εις το γαλλικό και από το γαλλικό εις το ελληνικό, λίγη γραμματική, το μεριστικό άρθρο, οι αντωνυμίες και μια έκθεσις.

-Και η εξεταστική επιτροπή, κ. τμηματάρχα;

-Θ’ αποτελήται από τρία μέλη, από ένα Γάλλο καθηγητή, έναν Έλληνα και εμένα.

Ο υποψήφιος καταθέτει τα πτυχία του ή ό, τι άλλο έγγραφον έχει, εμφαίνον τας γνώσεις του εις την γαλλικήν, καταβάλλει ένα εκατοντάδραχμον δια τα εξέταστρα και αναχωρεί ευχαριστημένος. Ούτως ή άλλως θα επετύγχανε, αφού δε είναι και τόσο εύκολες οι εξετάσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία: έχει κιόλα το πτυχίον στην τσέπη του.

Είναι αλήθεια ότι εις το γραφείον του κ. τμηματάρχου υπήρχαν πολλοί υποψήφιοι, αλλά τι σημαίνει; Όσοι είναι καλοί θα πάρουν το πτυχίον, γι’ αυτό γίνονται αι εξετάσεις, και ο πτωχός «διάβολος» έχει εμπιστοσύνην εις την αξίαν του.

*** Επί τέλους φθάνει η κρίσιμη ημέρα. Ώρα ενάρξεως των εξετάσεων έχει ορισθή η ενάτη. Εις τας εννιάμισυ εισάγονται εις το Υπουργείον οι υποψήφιοι. Εκεί, ύστερα από μισή ώρα, πληροφορούνται ότι αι εξετάσεις θα γίνουν, ας είπωμεν, εις την ΑνωτάτηνΕμπορικήνΣχολήν.

Δίχως να χάσουν λεπτό, μην τύχη και αργοπορήσουν, σπεύδουν τρέχοντας προς το υποδειχθέν μέρος. Επί τέλους φθάνουν, και οδηγούνται σε μια μεγάλη αίθουσα με πολλά θρανία, βαλμένα κοντά-κοντά. Επερίμεναν να εύρουν εκεί τους εξεταστάς. Αλλ’ οι εξετασταί δεν έχουν φθάσει ακόμη… Περνά ένα τέταρτο, περνά μισή ώρα. Τέλος φθάνει ο Γάλλος εξεταστής. Πολύ γνωστή φυσιογνωμία. Προ ετών κάποιος αθηναϊκός θίασος τον είχε καλέσει ως σκηνοθέτην. Τώρα είναι καθηγητής και εξεταστής υποψηφίων καθηγητών. Πάλιν καλά, μπορούσε να είναι και υπουργός.

Ύστερα από λίγο φθάνει και ο Έλλην καθηγητής. Ύφος επίσημον, εμβριθές, μεγαλοπρεπέστατον. Ούτε ένας χαιρετισμός προς τους εξεταζομένους. Αστειεύεσθε; Κοτζάμ καθηγητής να πή καλημέρα σε μαθητάς; Που βρισκόμαστε; Στην Ελβετία;

Φθάνει και ο κ. Τμηματάρχης, γελαστός, χαρούμενος.

-Ξέρει γαλλικά ο κ. Τμηματάρχης; Ρώτησε κάποιος.

-Όχι.

-Και τότε πως θα εξετάση;

-Θα βαθμολογήση τα ελληνικά.

-Μα δίνουμε εξετάσεις στα ελληνικά;

-Ούκαϋμένε, δεν βαρυέσαι! Γράφε και μη ερεύνα. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε.

Ο Έλλην καθηγητής έχει τοποθετηθή –πού αλλού;- εις την έδρα. Θέλει να θεάται αφ’ υψηλού το άθλιον σμήνος των εξεταζομένων. Ο Γάλλος έχει αποσυρθή εις το βάθος της αιθούσης, όπου σκυμμένος ανασκαλεύει κάτι χαρτιά. Θα είναι προφανώς η ερωτική του αλληλογραφία. Και ο κ. τμηματάρχης; Ο κ. τμηματάρχης ρεμβάζει.

*** Το πρώτον θέμα έχει υπαγορευθή. Μετάφρασις εκ του γαλλικού εις το ελληνικόν. Ειμπορείτε να την κάμετε σε πέντε λεπτά και σε πέντε ώρες. Κανένας περιορισμός. Το πρώτο αυτό θέμα το καταφέρνουν οπωσδήποτε οι υποψήφιοι.

Έρχεται η σειρά του δευτέρου. Μετάφρασις εκ του ελληνικού εις το γαλλικό. Τώρα θα δράση ο κ. τμηματάρχης. Δεν πρόκειται να κρίνη τα ελληνικά; Αυτός κάνει και την υπαγόρευσιν και του ελληνικού κειμένου. Είναι ένα απόσπασμα δηλώσεων υπουργού εκ των δημοσιευομένων εις την εφημερίδα. Από τον τίτλον φαίνεται ότι πρόκειται περί της εισαγωγής των ελληνικών κρασιών εις την Γαλλίαν, αλλά καθ’ όσον προχωρεί η υπαγόρευσις, με έκπληξιν αντιλαμβάνονται οι υποψήφιοι ότι το κείμενον δεν έχει σχέσιν με τον τίτλον.

Ο κ. τμηματάρχης είναι ζαλισμένος, φαίνεται από κάποιο ξενύχτι εις συνοικιακόνκινηματογράφον, και μπερδεύει τις στήλες της εφημερίδος. Από άλλην στήλην επήρε τον τίτλον, και από άλλην το κείμενον.

*** Εν τω μεταξύ οι δυστυχείς υποψήφιοι γράφουν. Αλλ’ όχι όλοι κατά τον ίδιο τρόπον. Πολλοί αρκούνται εις τα ιδικά των φώτα, αλλ’ άλλοι, πιστεύοντες ότι τα του γείτονος πιθανόν να είναι ασφαλέστερα, καταφεύγουν εις αυτά. Έτσι οι εξεταζόμενοι διαιρούνται εις δύο κατηγορίας: εις τους «μονήρεις» και εις τους «συνεργαζόμενους».

Εννοείται ότι η συνεργασία δεν περιορίζεται εις δύο, αλλ’ εις τρείς, τέσσερις και ολόκληρον τμήμα της αιθούσης, κάποτε δε βαίνει τόσον απροσκόπτως και επιτυχώς, ώστε οι συνεργαζόμενοι αποθρασύνονται εντελώς, και μη αρκούμενοι εις ψιθύρους, υψώνουν την φωνήν, και αναφανδόν πλέον, ωσάν να ευρίσκονται εις τον δρόμο ή εις το σπίτι των, μεταδίδουν «μεγαφωνικώς» μεταξύ των τα «φώτα» των.

Εις την δια ζώσης αλληλοβοήθειαν έρχεται επίκουρος και η γραπτή. Μικρά χαρτάκια, ως ραβασάκια, κυκλοφορούν, φτερωτά, γρήγορα, από θρανίο σε θρανίο. Και οι εξετασταί; Ο Έλλην καθηγητής εξακολουθεί να έχη το ίδιον εμβριθές ύφος του, ο Γάλλος καταγίνεται πάντοτε με την ερωτικήν του αλληλογραφίαν, και ο κ. τμηματάρχης ρεμβάζει.

Ένας από τους «μονήρεις» υποψηφίους, ηλίθιος, τίμιος και ευσυνείδητος, και φανταζόμενος ότι αρκούν εις την εποχήν μας αι ατομικαί μας δυνάμεις, όσον μεγάλαι και αν είναι, απευθύνεται εις τον κ. τμηματάρχην και εφιστά την προσοχήν του επί των εκτρόπων που γίνονται. Ο κ. τμηματάρχης ρίπτει εν βλέμμα «αυστηρόν» εις την αίθουσαν και κατόπιν ξαναβυθίζεται εις τον ρεμβασμόν του.

*** Επακολουθεί η σύνταξις μιας επιστολής –εμπορικής, ας είπωμεν- εις την γαλλικήν, και ενός θέματος εις την γαλλικήν επίσης, και τα γραπτά τελειώνουν δια να τα διαδεχθούν τα προφορικά.

Αυτά πρέπει να γίνουν πολύ γρήγορα. Και ξεύρετε γιατί; Διότι ο Γάλλος καθηγητής αναχωρεί την επαύριον της ημέρας των εξετάσεων δια την πατρίδα του. Το τακτικό καλοκαιρινό του ταξειδάκι δεν εννοεί να το αναβάλη κατ’ ουδέναλόγον, και επί τέλους αν το ανέβαλλε, δεν θα το ανέβαλλε βέβαια για 40 Έλληνας υποψηφίους καθηγητάς. Πού βρισκόμαστε; Στη Γαλλία;

Λοιπόν οι εξετάσεις διεξάγονται εν μεγίστη βία. Τώρα ο κ. τμηματάρχης ούτε καν παρίσταται. Προς τί να παραστή; Αυτός δεν πρόκειται να κρίνη τους εξεταζομένους, αλλά μόνον να τους βαθμολογήση. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Και πού ακούστηκε, παρακαλώ, να είναι ανάγκη ν’ ακούσετε έναν εξεταζόμενο για να τον βαθμολογήσετε; Μα τόσο σχολαστικοί θα γίνωμε τώρα;

Ο Έλλην καθηγητής ευρίσκεται εις όλην την αίγλην του. Στάδιον δόξης λαμπρόν. Άτεγκτος, μεγαλοπρεπής, αυστηρότατος ωσάν Ρωμαίος συγκλητικός. Μόνον –«σελεμάν», όπως προφέρει και ο ίδιος το κάπως διαφορετικά προφερόμενονγαλλικόν «seulement»- μόνον ότι δεν είναι δίκαιος όσον θα επερίμενε κανείς από το άτεγκτον ύφος του. Άλλους τους εξετάζει μισή ώρα, και άλλους πέντε λεπτά, εις άλλους υποβάλλει ευκόλους και εις άλλους δυσκόλους ερωτήσεις.

Και ο Γάλλος καθηγητής;

Αυτός συλλογίζεται το ταξειδάκι του, όχι όμως βέβαια και τα 140 γραπτά των εξετασθέντων που πρέπει να τα διορθώση εντός δύο-τριών ωρών. Γιατί; Φυσικά δεν πρόκειται ν’ αγρυπνήση για ένα τέτοιο ασήμαντο πράγμα. Πρέπει να είναι φρέσκος και όχι ξαγρυπνισμένος στο ταξείδι του.

*** Αι εξετάσεις λοιπόν ετελείωσαν. Την άλλη ημέρα κιόλας ήταν γνωστά τα αποτελέσματα. Ο υποψήφιος μας ήτο βέβαιος ότι είχε επιτύχει. Είχε γράψει τόσο καλά και στο προφορικό μάθημα της γαλλικής φιλολογίας τα είχε πή καλύτερα από δάσκαλο. Τον είχαν ρωτήσει περί Ρουσσώ και αυτός ενθυμήθη και το όνομα ακόμη του εραστού της φίλης του Ρουσσώ! Και στοιχειώδες αίσθημα δικαιοσύνης αν είχαν οι εξετασταί, έπρεπε να τον κρίνουν επιτυχόντα.

Και όμως απέτυχε! Παρά μισό βαθμό! Αλλοίμονο! Πήγαιναν χαμένα τα φτωχά όνειρά του. Έσβυνε η ελπίδα που είχε χαράξει για μια στιγμή στην ψυχή του!

Μα όχι! Αυτό ήταν πολύ άδικο, ήταν σκάνδαλο σωστό. Έπρεπε να φωνάξη, να διαμαρτυρηθή, έπρεπε να εξακριβώση αν είχε αδικηθή ή όχι, όχι μόνον για τον εαυτό του, αλλά και για το μέλλον, για όλους τους άλλους άμοιρους Έλληνας που θα ευρίσκοντο εις την ανάγκη να επιδιώξουν ένα πτυχίο.

Επήγε στον τμηματάρχη και εζήτησε τα γραπτά του. Είχαν τρείς βαθμούς, οι δύο των καθηγητών και ο ένας του τμηματάρχου! Εβαθμολόγησε λοιπόν και ο τμηματάρχης χωρίς να ξεύρη γαλλικά! Πρωτάκουστο! Και ο βαθμός μάλιστα του τμηματάρχου, του μη γνωρίζοντος την γαλλικήν, ήτο αυστηρότερος, όπως ομολόγησεν και ο ίδιος, της βαθμολογίας των δύο καθηγητών!

-Μα πως συμβαίνει αυτό, κ. τμηματάρχα;

-Εγώ μετρώ τα λάθη που διορθώνουν οι καθηγηταί και όταν βλέπω ότι η βαθμολογία των είναι μεγάλη την κατεβάζω. Γέμισε ο τόπος από πτυχιούχους. Πρέπει να λιγοστέψουν.

-Και το είδος των λαθών, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν; Αν είναι ουσιώδη ή ασήμαντα;

-Όχι, μόνον ο αριθμός των.

Ο υποψήφιος ζητεί να εξετασθούν τα γραπτά του και να παραβληθούν με των επιτυχόντων. Εις την σύνθεσιν ούτε ένα λάθος. Εις τα τρία άλλα θέματα, πέντε, έξη λάθη εν όλω, εντελώς ασήμαντα, ισάριθμα και λιγώτερα των επιτυχόντων.

Εν τούτοις απερρίφθη. Γιατί; Διότι για να επιτύχη έπρεπε να γνωρίζη όσα γαλλικά και ο κ. τμηματάρχης, να συνεργασθή με τους άλλους υποψηφίους, να προφέρη την γλώσσαν του Βολταίρου ως ορεσίβιος Αιτωλοακαρνάν, και να μη γνωρίζη περί του Ρουσσώ περισσότερα από τον Γάλλονκαθηγητήν που τον είχε εξετάσει…».

(«Ακρόπολις», 1930, «Κλ. Π-ος»)

… και φυσικά, θα προσέθετα κι’ εγώ, το κυριότερο, κάποιος κομματικός να ενδιαφερθεί τέλος πάντων και γι’ αυτό το παιδί!

Διαβάστε περισσότερα για την Παλιά Αθήνα στο www.paliaathina.com

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

D-Day: Η ημέρα που σώθηκε η Ευρώπη

http://bit.ly/2Zet0Hn


Ένα οδοιπορικό στην ιστορία και στο παρασκήνιο της απόβασης στη Νορμανδία, της μεγαλύτερης στιγμής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που έγειρε την πλάστιγγα προς τη μεριά των Συμμάχων –
Ολοήμερες εκδηλώσεις με αναπαραστάσεις, παρελάσεις και συναυλίες στις περιοχές της απόβασης

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 6 Ιουνίου 1944, Νορμανδία… Μία ημερομηνία σταθμός για την ιστορία της ανθρωπότητας και της Ευρώπης ειδικότερα. Μία ημέρα, που ο κόσμος στάθηκε όρθιος. Μία ημέρα, που η Ευρώπη και οι σύμμαχοί της, επέφεραν καίριο πλήγμα στις δυνάμεις του Άξονα. Μία ημέρα που η μηχανή των Ναζί του Χίτλερ, αποδείχθηκε ότι δεν είναι ανίκητη. Είναι η ημέρα που σώθηκε η Ευρώπη. Σήμερα, 75 χρόνια μετά, την ξέρουμε ως Απόβαση στη Νορμανδία (από την ομώνυμη ταινία) ή D-Day (από τον κωδικό ονομασίας των εκδηλώσεων που πραγματοποιεί το ΝΑΤΟ). Τότε, την αποκαλούσαν Operation Overlord (Επιχείρηση επικυριαρχίας). Τότε, οι συμμαχικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε στρατό και στόλο του Χίτλερ, πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη απόβαση στρατευμάτων στα παράλια της Γαλλίας όχι μόνο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά στην ιστορία.

Η μάχη της Νορμανδίας κράτησε μέχρι τις 19 Αυγούστου του ίδιου έτους, όταν οι Σύμμαχοι κατάφεραν να περάσουν τον Σηκουάνα, με επικεφαλής τον Αμερικανό αρχιστράτηγο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Χιλιάδες νέοι και από τις δύο πλευρές θυσιάστηκαν προκειμένου η Ευρώπη να απεμπλακεί από την μπότα της Βέρμαχτ.

Η απόβαση έγινε σε δύο φάσεις: Κατά τα μεσάνυχτα προς ξημερώματα της 5ης προς 6η Ιουνίου, δύο Αμερικανικές αερομεταφερόμενες μεραρχίες και μια Βρετανική έπεσαν στα μετόπισθεν του γερμανικού στρατού και την αυγή ακολούθησε αμφίβια απόβαση Συμμαχικών δυνάμεων. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν ναυτικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού και παρενόχλησης προκειμένου να είναι απασχολημένο το Γερμανικό Ναυτικό και να μην πλήξει τα συμμαχικά στρατεύματα που θα έκαναν την απόβαση στα παράλια της Γαλλίας. Η θάλασσα της Μάγχης αποναρκοθετήθηκε από τις γερμανικές νάρκες και ποντίσθηκαν νέες, ώστε να κτυπηθούν γερμανικά πλοία.

Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι, από τους οποίους οι 195.700 ήταν το προσωπικό των Συμμαχικών σκαφών. Η απόβαση έλαβε χώρα στη χερσόνησο Κοταντέν, την ανατολική όχθη του ποταμού Ορν και τον κόλπο του Σηκουάνα, σε πέντε παραλίες με τα κωδικά ονόματα Gold Beach, Juno Beach, Omaha Beach, Sword Beach και Utah Beach. Η απόβαση θεωρήθηκε ότι ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου 1944, όταν πια είχε εδραιωθεί το προγεφύρωμα των Συμμάχων. Μέχρι τότε είχαν συνολικά μεταφερθεί 850.000 άνδρες, 148.000 οχήματα και 570.000 τόννοι προμηθειών στις γαλλικές ακτές από 7.000 πλοία, από τα οποία μόλις 59 βυθίστηκαν.

Πότε έπεσε η ιδέα στο τραπέζι

Η βασική ιδέα για μία συμμαχική απόβαση στο έδαφος της ηπειρωτικής Ευρώπης, έπεσε στο τραπέζι από τους Βρετανούς, από το 1942. Μάλιστα, την ίδια άποψη είχε εκφράσει και ο Ρώσος πρόεδρος Ιωσήφ Στάλιν, καθώς επεδίωκε τη δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου, προκειμένου να «σπάσει» η πίεση των γερμανικών στρατευμάτων στον ρωσικό στρατό. Εκείνοι που εξέφρασαν την έντονη επιφυλακτικότητά τους, ήταν οι Αμερικανοί. Τότε, το 1942, αποφασίστηκε η κατάληψη ολόκληρης της Βόρειας Αφρικής πριν γίνει δυνατή μια απόβαση σε οποιοδήποτε σημείο της Ευρώπης. Στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας τον Ιανουάριο του 1943 διαπιστώθηκε ότι το κλίμα είχε εξελιχτεί πλέον έτσι που να επιτρέπει το σχεδιασμό μιας μεγάλης αποβατικής επιχείρησης στην Ευρώπη. Αρχικά προτάθηκε ότι τον Αύγουστο του 1943 θα ήταν εφικτό να κατασκευαστεί μία γέφυρα που θα ενώνει τη Βρετανία με τη χερσόνησο Κοταντέν, στη Νορμανδία. Παρόλα αυτά, το σχέδιο απορρίφθηκε και εγκαταλείφθηκε.

Η δημιουργία του COSSAC

Ήδη, από τον Δεκέμβριο του 1942 είχε συγκροτηθεί μια μικτή ομάδα, η οποία ονομάστηκε αρχικά «COSSAC» από τα αρχικά των λέξεων «Chief of Staff to Supreme Allied Commander» (Αρχηγός Επιτελείου Ανώτατης Συμμαχικής Διοίκησης). Επικεφαλής αυτής της ομάδας ορίστηκε ο Βρετανός υποστράτηγος Φρέντερικ Ε. Μόργκαν (Frederic E. Morgan), ο οποίος ηγήθηκε των εξής αξιωματικών, κατά κλάδο:

Ναυτικός κλάδος: Υποναύαρχος Π. Λ. Βάιαν (P. L. Vian) (Βρ), Πλοίαρχος Χ. Τζ. Ράιτ (H. J. Wright) (ΗΠΑ)
Κλάδος Στρατού Ξηράς: Στρατηγός Κ. Α. Γουέστ (C. A. West) (Βρ), Συνταγματάρχης Τζ. Τ. Χάρρις (J. T. Harris) (ΗΠΑ)

Κλάδος Αεροπορίας: Ρ. Γκράχαμ (R. Graham) (Βρ) Ταξίαρχος Ρ. Κ. Καντή (R. C. Candee) (ΗΠΑ)
Κλάδος Διοίκησης: Στρατηγός Ν. Μπράουντζον (N. C. D. Brownjohn) (Βρ), Συνταγματάρχης Φ. Λ. Ρας (F. L. Rash) (ΗΠΑ)
Κλάδος Κατασκοπείας: Στρατηγός Π. Γκ. Χουάιτφοoρντ (P.G. Whitefoord) (Βρ)

Το επιτελείο αυτό παρουσίασε το πρώτο αποτέλεσμα των εργασιών του στη διάσκεψη του Κεμπέκ τον Μάιο του 1943. Το πρώτο θέμα που αντιμετώπισαν ήταν ο προσδιορισμός της θέσης της απόβασης: Η Ολλανδία απορρίφθηκε λόγω των πλημμυρών στις ακτές της, το Βέλγιο είχε κατάλληλες ακτές αλλά με πολύ ισχυρά παράκτια ρεύματα, η Βρετάνη εμφάνιζε καταλληλότατες ακτές, αλλά ήταν σχετικά απομακρυσμένη από την Αγγλία ενώ οι επικοινωνίες με την υπόλοιπη Γαλλία ήταν προβληματικές. Έτσι, ο «κλήρος» έπεσε στη Νορμανδία και τις δύο περιοχές της, την Άνω (Haute) και την κάτω (Basse). Συγκροτήθηκαν δύο ομάδες του COSSAC καθεμιά από τις οποίες υποστήριζε αντίστοιχα τις δύο αυτές περιοχές, επιχειρηματολογώντας σχετικά με την καταλληλότητά τους. Τα επιχειρήματα της ομάδας για την Κάτω Νορμανδία επικράτησαν κι έτσι επιλέχτηκαν οι περιοχές της χερσονήσου του Κοταντέν και του Καλβαντός ως οι πλέον κατάλληλες.

Δημιουργία του SHAEF

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, διαβλέποντας από νωρίς ότι οι Αμερικανοί θα αξίωναν την ηγεσία της επιχείρησης «Overlord», πράγμα που δε θα μπορούσε να τους αρνηθεί, πήρε την πρωτοβουλία και πρότεινε στον Ρούζβελτ, κατά τη διάσκεψη του Κεμπέκ, τον διορισμό Αμερικανού επικεφαλής της επιχείρησης, αγνοώντας το γεγονός πως είχε ήδη προτείνει στον Άλαν Μπρουκ την ηγεσία της. Ο Ρούζβελτ, φυσικά, συμφώνησε αμέσως και, ενώ αρχικά προόριζε ως επικεφαλής τον Στρατηγό Μάρσαλ, τελικά επικράτησε ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Ο επίσημος διορισμός του έγινε τον Ιανουάριο του 1944 και ο ο Αμερικανός στρατηγός εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο δημιουργώντας το «Ανώτατο Αρχηγείο των Συμμαχικών Εκστρατευτικών Δυνάμεων» (Supreme Headquarters of Allied Expeditionary Forces, SHAEF). Το COSSAC εντάχθηκε στο SHAEF και ο Μόργκαν ονομάστηκε «Deputy Chief of Staff».

Το αρχικό σχέδιο του Μόργκαν αναθεωρήθηκε σημαντικά: Οι αρχικά τρεις μεραρχίες κρούσεως έγιναν εννέα και αντί μίας αερομεταφερόμενης μεραρχίας θα χρησιμοποιούνταν τρεις. Αναθεωρήθηκε, επίσης, και η αρχική ημερομηνία πραγματοποίησης της επιχείρησης: Αντί της 1ης Μαΐου αποφασίστηκε να ξεκινήσει την 1η Ιουνίου, για να ενισχυθούν οι δυνάμεις με τη βιομηχανική παραγωγή ενός ακόμη μηνός. Εν τω μεταξύ οι δυνάμεις που είχαν ήδη αρχίσει να συγκεντρώνονται στη Βρετανία ήταν κολοσσιαίες: Περίπου 3,5 εκατ. άνδρες και 20 εκατ. τόνοι υλικού.

Ένα βασικό πρόβλημα της μεταφοράς ήταν η έλλειψη κατάλληλων λιμένων στην περιοχή, καθώς οι μεγάλοι λιμένες (Χερβούργο, Χάβρη, Καλαί) της Νορμανδίας κατέχονταν από τους Γερμανούς. Αποφασίστηκε, λοιπόν, ύστερα από ιδέα του Τσώρτσιλ, η κατασκευή δύο «προκάτ» λιμανιών, τα οποία ονομάστηκαν «Λιμένες Μάλμπερι». Ένα στην Παραλία Όμαχα και ένα στην Αρρομάνς. Η ιδέα ήταν απλή: Τα προκατασκευασμένα πλωτά μεταλλικά τμήματα θα ρυμουλκούνταν μέχρι τις γαλλικές ακτές και εκεί θα στερεώνονταν με τη βοήθεια μπετονένιων αρμών και θα συνδέονταν με μεταλλικούς διαδρόμους με την ακτή. Η υπερδομή θα προστίθονταν αργότερα. Απαιτούμενος χρόνος κατασκευής: Μόλις δύο εβδομάδες. Η δυναμικότητα καθενός υπολογίστηκε ίση με αυτή του λιμένα του Ντόβερ. Τα λιμάνια αυτά πράγματι κατασκευάστηκαν, αλλά στις 19 Ιουνίου 1944 μια μεγάλης έντασης θύελλα κατέστρεψε μεγάλα τους τμήματα.

Η απόβαση αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί σε αρχικά τέσσερις διαφορετικούς τομείς. Αργότερα προστέθηκε και μια πέμπτη (η Παραλία Γιούτα) με το σκεπτικό ότι ήταν πολύ κοντά (μόνο 60 km) στο μεγάλο και σημαντικό λιμάνι του Χερβούργου. Στις δύο δυτικότερες (Παραλία Γιούτα και Παραλία Όμαχα) θα αποβιβάζονταν Αμερικανοί, στην τρίτη (Παραλία Γκολντ) Βρετανοί, στην τέταρτη (Παραλία Τζούνο) Καναδοί και Βρετανοί και στην πέμπτη, ανατολικότερη (Παραλία Σγουόρντ) Βρετανοί και μια μικρή μονάδα των «Ελεύθερων Γάλλων». Οι δυνάμεις κάθε τομέα είχαν συγκεκριμένους αντικειμενικούς στόχους. Παράλληλα θα ρίπτονταν με αλεξίπτωτα η 82η και 101η Αμερικανικές Αερομεταφερόμενες Μεραρχίες, η 6η Βρετανική Αερομεταφερόμενη Μεραρχία και το 1ο Καναδικό Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών, ενώ θα γινόταν και αερομεταφορά στρατευμάτων με ανεμόπτερα.

Ο διάπλους της Μάγχης και η φάση εφόδου της απόβασης έλαβαν την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ποσειδών» (Operation Neptune).

Πού έγιναν οι αποβάσεις

Παραλία Γιούτα

Στην Παραλία αυτή αποβιβάστηκε το VII Αμερικανικό Σώμα Στρατού. Βασικά εμπόδια σε αυτόν τον τομέα δεν ήταν τόσο τα παράκτια έργα και οι δυνάμεις αμύνης, όσο τα φυσικά εμπόδια που θα συναντούσαν οι αποβατικές δυνάμεις κατά την προώθησή τους στο εσωτερικό, καθώς το έδαφος συχνά πλημμύριζε και υπήρχαν πολλοί φράκτες, ενώ οι δρόμοι ήταν περιτριγυρισμένοι από πυκνή και υψηλή βλάστηση: Οι ντόπιοι τους αποκαλούν «Bocage». Το εμπόδιο αυτό αποδείχτηκε καθοριστικό, καθώς ό,τι κινείτο σε αυτού του τύπου δρόμους ήταν ευκολότατος στόχος για τα αεροπλάνα και δεν διέθετε τρόπο διαφυγής.

Παραλία Ομάχα

Αποτελούσε το σύνδεσμο μεταξύ αμερικανικών και βρετανικών δυνάμεων και, ταυτόχρονα, σημαντικό κόμβο μεταξύ της χερσονήσου του Καραντέν και της πεδιάδας της Καν. Ήταν η πιο καλά φυλασσόμενη περιοχή, γι’ αυτό αποφασίστηκε η συμμετοχή της 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας, που είχε πολεμική εμπειρία, στην επιχείρηση αυτού του τομέα. Το έδαφος παρουσίαζε αρκετές δυσκολίες: Σε αντίθεση με τις άλλες ζώνες εφόδου δεν ήταν επίπεδο, αλλά εμφάνιζε λοφίσκους, απότομες κρημώδεις πλαγιές και εξογκώματα που ήταν άμεσα αναγνωρίσιμα και από τη θάλασσα. Η φύση του εδάφους ήταν τέτοια που επέτρεπε στους αμυνόμενους στην ακτή να την εποπτεύουν με ευκολία, ενώ τα περάσματα προς το εσωτερικό ήταν ιδιαίτερα στενά. Επιπλέον, οι Γερμανοί είχαν κατασκευάσει μια σειρά πολυβολείων που δέσποζαν της ακτής και των περασμάτων, τα οποία έπρεπε να καταληφθούν με άμεση έφοδο. Εδώ σημειώθηκε και μια σημαντική παράλειψη του συμμαχικού τμήματος πληροφοριών: Σχεδόν πίσω από την Παραλία Όμαχα στάθμευε η 352η γερμανική Μεραρχία πεζικού, η οποία πιστευόταν ότι βρισκόταν 20 μίλια πιο μέσα, κοντά στο Σαιν-Λο. Την απόβαση στην παραλία αυτή ανέλαβε το 5ο Αμερικανικό Σώμα Στρατού. Αντικειμενικός σκοπός του η εδραίωση ενός προγεφυρώματος μεταξύ των θέσεων Πορ-αν-Μπεσσέν (Port-en-Bessin) και ποταμού Βιρ (Vire), ώστε να μπορέσει να προωθηθεί προς Σαιν-Λο και Κομόν (Caumont) και να αποκόψει τις γερμανικές επικοινωνίες.

Παραλία Γκολντ

Αποτελούσε τον αντικειμενικό σκοπό της 50ής Μεραρχίας του 2ου Βρετανικού Σώματος Στρατού. Πρώτος αντικειμενικός σκοπός η κατάληψη της λουτρόπολης Αρρομάνς, όπου προβλεπόταν η κατασκευή του πρόχειρου λιμανιού «Μάλμπερι Β» και να προωθηθεί προς τον κόμβο της Μπαγιέ (Bayeux), διατηρώντας την επαφή με τους Αμερικανούς της Όμαχα και τους Καναδούς της Παραλίας Τζούνο. Η αντίσταση που αντιμετώπισαν οι Βρετανοί ήταν λυσσαλέα, ωστόσο κατάφεραν να την ξεπεράσουν, κύρια χάρη στον εξοπλισμό τους με τα λεγόμενα «Funnies» (αστεία) της 79ης θωρακισμένης μεραρχίας: Επρόκειτο για τροποποιημένα άρματα μάχης Σέρμαν Μ4 «Crab», τα οποία στο πρόσθιο τμήμα τους έφεραν δύο μακρείς μεταλλικούς βραχίονες, συνδεδεμένους με ένα κύλινδρο. Σε αυτόν ήταν δεμένα μακριά συρματόσχοινα ή αλυσίδες. Όταν ο κύλινδρος περιστρεφόταν, τα συρματόσχοινα κτυπούσαν το έδαφος σαν μαστίγια, εξουδετερώνοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, τις νάρκες που ενδεχομένως υπήρχαν στο έδαφος.

Παραλία Τζούνο

Εδώ αποβιβάστηκε η 3η Καναδική μεραρχία. Οι Καναδοί έφεραν πολύ βαριά την ήττα και εξουδετέρωση της 2ης καναδικής μεραρχίας στην απόβαση της Διέππης το 1942. Από αυτή την αποτυχία, ωστόσο, είχαν διδαχτεί πολλά. Η γερμανική αντίσταση στο Κουρσέλ-συρ-Μερ (Courselles-sur-Mer) κάμφθηκε σύντομα και οι Καναδοί προέλασαν σχεδόν αυθημερόν, προς τον αντικειμενικό τους στόχο, το αεροδρόμιο του Καρπικέ (Carpiquet) στα δυτικά της Καν, επιτυγχάνοντας τη βαθύτερη διείσδυση της 6ης Ιουνίου και έχοντας σχετικά χαμηλές απώλειες.

Παραλία Σουόρντ

Στη θέση αυτή αποβιβάστηκε η 3η Βρετανική μεραρχία πεζικού και μικρές γαλλικές δυνάμεις. Αντικειμενικός της σκοπός η προέλαση προς την Καν και η ευθυγράμμισή της με τις αερομεταφερόμενες ομάδες ανατολικά του ποταμού Ορν. Οι γέφυρες του Ορν είχαν καταληφθεί από τις αερομεταφερόμενες (με ανεμοπλάνα) δυνάμεις του ταγματάρχη Τζον Χάουαρντ. Παρόλ’ αυτά, αντικειμενικός σκοπός όπως η Καν ήταν ανέφικτος για τη δύναμη μιας μεραρχίας, έστω και αν αυτή έκαμψε την παράκτια αντίσταση και ενισχύθηκε από τις αερομεταφερόμενες: Οι Γερμανοί σταμάτησαν την προέλαση των Βρετανών αρχικά με την 21η Μεραρχία Πάντσερ, η οποία ενισχύθηκε από τη 12η Μεραρχία Πάντσερ SS.

Τα στρατεύματα που έλαβαν μέρος

Τα στρατεύματα που συγκεντρώθηκαν στο Νησί, για την απόβαση στις ακτές της Νορμανδίας ήταν πρωτοφανή.

Στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, Ανώτατος Αρχηγός Συμμαχικών Δυνάμεων
Στρατάρχης Αεροπορίας Σερ Άρθουρ Τέντερ (Arthur Tedder), Υπαρχηγός
Στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ (Bernard Montgomery), Αρχηγός δυνάμεων Στρατού ξηράς
Στρατάρχης Αεροπορίας Σερ Τράφφορντ Λι-Μάλλορι (Trafford Leigh-Mallory), Αρχηγός Αεροπορικών δυνάμεων
Ναύαρχος Σερ Μπέρτραμ Ράμσεϊ (Bertram Ramsay), Αρχηγός Ναυτικών δυνάμεων
Στρατηγός Όμαρ Μπράντλεϊ (Omar Bradley), επικεφαλής 1ης Αμερικανικής Στρατιάς
Στρατηγός Μάιλς Ντέμπσεϊ (Miles Dempsey), επικεφαλής 2ης Βρετανικής Στρατιάς
Στρατός ξηράς
6η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία
1ο Βρετανικό Σώμα Στρατού, 3η Μεραρχία Πεζικού, 27η Θωρακισμένη Ταξιαρχία
3η Καναδική Μεραρχία Πεζικού, 2η Καναδική Θωρακισμένη Ταξιαρχία
30ό Βρετανικό Σώμα Στρατού, 50ή Μεραρχία Πεζικού, 8η Θωρακισμένη Ταξιαρχία
79η Βρετανική Θωρακισμένη Μεραρχία
5ο Σώμα Στρατού ΗΠΑ, 1η και 29η Μεραρχία Πεζικού
4ο Σώμα Στρατού ΗΠΑ, 4η Μεραρχία Πεζικού
101η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία ΗΠΑ
82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία
4ο Σύνταγμα SAS (Special Air Service), δύναμη των Ελεύθερων Γάλλων
Συνολικά στην επιχείρηση της Απόβασης την 1η ημέρα υπολογίζεται ότι η συνολική δύναμη των στρατευμάτων που έλαβαν μέρος ανήλθε από 130.000 έως 156.000 άνδρες.

Αεροπορική δύναμη

Υπολογίζεται ότι ο Στρατάρχης Λι-Μάλλορι είχε στη διάθεσή του περίπου 13.500 αεροσκάφη και ανεμόπτερα παντός τύπου.

Ναυτικές δυνάμεις

Στην Απόβαση έλαβαν μέρος περίπου 7.000 σκάφη κάθε τύπου και σχεδόν από όλες τις χώρες που συμμετείχαν στο πλευρό των Συμμάχων. Η επιχείρηση διάπλου της Μάγχης όφειλε να οργανωθεί με μεγάλη προσοχή, καθώς η Μάγχη είναι «δύσκολη θάλασσα», οι Γερμανοί είχαν ποντίσει ναρκοπέδια και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος των Γερμανικών υποβρυχίων: Οι στόχοι ήταν τόσοι που, λίγοι μόνον ικανοί κυβερνήτες, θα μπορούσαν να προκαλέσουν πραγματική πανωλεθρία στο Συμμαχικό στόλο. Ευτυχώς, ο Χίτλερ δεν πιστεύει ότι οι Σύμμαχοι θα επιχειρήσουν απόβαση στις Νορμανδικές ακτές και θεωρεί ότι η απόβαση που του γνωστοποιείται είναι απλός αντιπερισπασμός. Έτσι ούτε συγκεντρώνει τις δυνάμεις του εκεί ούτε και τις ενισχύει.

Η ελληνική συμμετοχή

Στην απόβαση συμμετείχαν δύο Ελληνικά πλοία του τότε Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού, οι κορβέτες «Τομπάζης» και «Κριεζής», με πλήρωμα 155 ανδρών. Κυβερνήτης του πρώτου πλοίου ήταν ο Πλωτάρχης Γεώργιος Παναγιωτόπουλος και του δεύτερου ο Δημήτριος Κιοσσές, μετέπειτα ναύαρχος και Αρχηγός του Γεν. Επιτ. Ναυτικού. Ο ύπαρχος του «Κριεζής» Γρηγόριος Παυλάκης τιμήθηκε το 2004 με τον τίτλο του Ιππότη της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας σε επετειακή τελετή που έγινε στη Γαλλία.

Οι εκδηλώσεις για την DDay

Οι εκδηλώσεις θα ξεκινήσουν από νωρίς το πρωί και θα ολοκληρωθούν αργά το βράδυ, σε όλα τα μέρη που πραγματοποιήθηκε η απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων. Ανάμεσα στα events που έχουν προγραμματιστεί είναι αναπαραστάσεις μαχών, επίδειξη οχημάτων της εποχής εκείνης, παρέλαση στρατευμάτων, αλλά και συναυλίες εποχής με τραγούδια του ’40, καθώς και μνημόσυνα των δυνάμεων που έλαβαν μέρος στη μεγάλη μάχη, για τους στρατιώτες που θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία του κόσμου.

Στις εκδηλώσεις συμμετέχουν δεκαέξι χώρες: Αυστραλία, Βέλγιο, Καναδάς, Τσεχική Δημοκρατία, Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Νορβηγία, Νέα Ζηλανδία, Πολωνία, Σλοβακία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες.

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

Αυστραλία: Η ανακάλυψη και ο εποικισμός της – Οι πρώτοι Έλληνες στη μακρινή χώρα

http://bit.ly/2KiFfyk


Πότε και από ποιους ανακαλύφθηκε η Αυστραλία; – Οι ιθαγενείς κάτοικοί της και οι πρώτοι
έποικοι – Ποιοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες που βρέθηκαν στη μακρινή χώρα – Ο ελληνισμός στην Αυστραλία ως τις αρχές του 20ού αιώνα
Πριν από μερικές εβδομάδες γράψαμε ένα άρθρο για τους Έλληνες της Αμερικής. Όπως είδαμε εκεί, τα στοιχεία είναι μπερδεμένα. Υπάρχουν αμφιβολίες για το αν ήταν όντως Έλληνες κάποιοι από αυτούς που συμμετείχαν σε εξερευνητικές αποστολές. Με το θέμα αυτό όπως έχουμε υποσχεθεί θα ασχοληθούμε ξανά σύντομα. Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στον ελληνισμό μιας άλλης ηπείρου, της Ωκεανίας. Και ειδικότερα της μεγαλύτερης χώρας της Ωκεανίας, της Αυστραλίας.

Η Αυστραλία
Η Αυστραλία, η οποία πολύ συχνά ταυτίζεται με ολόκληρη την Ωκεανία, είναι η έκτη σε μέγεθος χώρα του κόσμου. Έχει έκταση 7.692.000 τ. χλμ και πληθυσμό γύρω στα 25 εκατομμύρια. Πρωτεύουσά της είναι η Καμπέρα.

Οι πρώτοι άνθρωποι στην Αυστραλία εμφανίστηκαν πριν 40.000 και πλέον χρόνια και πιθανότατα προέρχονταν κυρίως από τη γειτονική, νοτιοανατολική Ασία. Συγκεκριμένα οι λεγόμενοι ‘’αυστραλοειδείς’’ πληθυσμοί απαντούν επίσης στη Σρι Λάνκα, τη Μαλαισία και τη νότια Ινδία.
Ήδη από τον 13ο αιώνα ο Μάρκο Πόλο έκανε κάποιες νύξεις για την ύπαρξη μιας ‘’terra australis’’ (νότιας γης). Κάποιοι πιστεύουν ότι μουσουλμάνοι έμποροι από το Kilwa της σημερινής Τανζανίας, που αποτελούσε σημαντικό εμπορικό κέντρο από τον 11ο ως τον 16ο αιώνα, ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στη Βόρεια Αυστραλία τον Μεσαίωνα. Ωστόσο, ο πρώτος καταγεγραμμένος ελλιμενισμός στην Αυστραλία αποδίδεται στον Ολλανδό Willem Jansz, που έφτασε στο ακρωτήριο Γιορκ το 1606. Το 1642 ο κυβερνήτης των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών Anthony Van Diemen οργάνωσε μια αποστολή με επικεφαλής τον Άμπελ Τάσμαν ( Abel Janszoon Tasman) για να διαπιστώσει αν η χώρα αυτή είναι εκμεταλλεύσιμη. Ο Τάσμαν έκανε τον περίπλου της Αυστραλίας, ανακάλυψε την Τασμανία και τη Νέα Ζηλανδία, ωστόσο η έκθεσή του δεν ήταν ενθαρρυντική. Το 1668 εμφανίζονται στο προσκήνιο οι Άγγλοι με τον William Dampier, έναν πειρατή που γνώριζε καλά την περιοχή και το Ναυαρχείο του είχε αναθέσει εξερευνητική αποστολή. Το 1699 ανέλαβε να πραγματοποιήσει με το σκάφος ‘’Roebuck’’ μία νέα αποστολή. Αποτελέσματα δεν υπήρξαν, ωστόσο η δημοσίευση του ημερολογίου του που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, έκανε γνωστή την Αυστραλία.

Στο ‘’παιχνίδι’’ μπήκαν αργότερα και οι Γάλλοι. Το 1768 ο Louis Antoin de Bougainville ανακάλυψε το Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα και έπλευσε στις βόρειες ακτές της Αυστραλίας.

Το 1770 ο Τζέιμς Κουκ (James Cook), αφού κατέλαβε τη Νέα Ζηλανδία για λογαριασμό της Αγγλίας, προσέγγισε τις ακτές της Αυστραλίας και αγκυροβόλησε στο Botany Bay (Βοτανικό Κόλπο), που ονομάστηκε έτσι λόγω των πολλών φυτικών ειδών που ανακαλύφθηκαν εκεί από τον συνοδό του Κουκ, βοτανολόγο Joseph Banks.

Στη συνέχεια, ο Κουκ περιέπλευσε από τον Νότο προς τον Βορρά ολόκληρη την ανατολική ακτή από το μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα. Κατά την επιστροφή στην Αγγλία, ο Μπανκς έγινε ένθερμος προπαγανδιστής των ανακαλύψεων του Κουκ, ο οποίος στο μεταξύ είχε σκοτωθεί από τους ιθαγενείς στη Χαβάη το 1779.
Εκείνη την εποχή, η Αγγλία αντιμετώπιζε δύο προβλήματα: πώς θα αντάμειβε τους Αμερικανούς που έμειναν πιστοί σ’ αυτήν κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. και πώς να απαλλαγεί από τον μεγάλο αριθμό καταδίκων (convicts), που δεν τους χωρούσαν πλέον οι αγγλικές φυλακές.

Στις 13 Μαΐου 1787, ξεκίνησε από το Λονδίνο για την Αυστραλία ένας στόλος από έντεκα πλοία, υπό τη διοίκηση του πλοιάρχου Arthur Phillip, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος κυβερνήτης της Αυστραλίας. Στις 18 Ιανουαρίου 1788, ο στόλος αγκυροβόλησε στο Botany Bay και στις 26 του ίδιου μήνα, αναχώρησε για το Πορτ Τζάκσον, που ονομάστηκε Σίδνεϊ, προς τιμήν του λόρδου Σίντνεϊ. Εκεί ιδρύθηκε ο πρώτος οικισμός και εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι κατάδικοι, που ήταν συνολικά 717 (από τους οποίους 180 γυναίκες) και 210 αξιωματικοί και άνδρες των πεζοναυτών. Οι δυσκολίες που συνάντησαν ήταν πολλές. Όταν όμως το 1792 ο Phillip επέστρεψε στη χώρα του, η αγγλική αποικία στη Νέα Νότια Ουαλία είχε λάβει σάρκα και οστά.

Ουσιαστικά όμως η ιστορία της Αυστραλίας ως αγγλικής αποικίας, άρχισε το 1821, όταν κυβερνήτης της έγινε ο Τόμας Μπρίσμπεϊν (Thomas Brisbane).
Τότε, εκτός από τους κατάδικους, υπήρχαν και οι λεγόμενοι «αποκλειστικοί» (ελεύθεροι άποικοι) και οι «χειραφετημένοι» (κατάδικοι που τους είχε δοθεί χάρη και ήταν ελεύθεροι). Αυτοί, επιδίωκαν να σταματήσει η μεταφορά καταδίκων και η Αυστραλία, από τόπος σωφρονισμού να γίνει αποικία.

Όσο για τους αυτόχθονες κατοίκους της χώρας, γνωστούς και ως Αβορίγινες (Aborigines), οι οποίοι στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν περίπου 400.000, που ζούσαν νομαδικά ως κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες, μετά την εξόντωση τους, έφτασαν κάποια στιγμή να είναι λιγότεροι από 40.000. Αντίθετα, οι Ευρωπαίοι που σκοτώθηκαν στις μάχες με τους ιθαγενείς, ήταν μόλις 2.000.

Τα πράγματα όμως, τα τελευταία πενήντα χρόνια άλλαξαν. Το 2016, οι Αβορίγινες της Αυστραλίας ήταν περίπου 650.000, αντιπροσωπεύοντας το 2,8% του πληθυσμού της χώρας.

Οι Έλληνες της Αυστραλίας
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ο πρώτος Έλληνας που έφθασε στην Αυστραλία, ήταν ο Υδραίος Καπετάνιος Δαμιανός Γκίκας, που συνελήφθη άδικα για πειρατεία και καταδικάστηκε σε εξορία στο Σίδνεϊ (1802). Σύμφωνα όμως με το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού, «η ιστορία αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με σιγουριά, αφού δεν υπάρχει τίποτα σχετικό στα αρχεία της Αυστραλίας ή της Ελλάδας».

Αναφέρεται επίσης, ότι το 1814, ο Έλληνας Γιώργος Παππάς, βρέθηκε στην Αυστραλία ως έποικος. Και αυτό δεν μπορεί να τεκμηριωθεί όμως.
Σύμφωνα με τον Gilchrist και τους Alexakis-Janiszweski, οι πρώτοι Έλληνες της Αυστραλίας ήταν άνδρες κατάδικοι, ναυτικοί ή και υπηρέτες Βρετανών αξιωματούχων που έφτασαν εκεί το 1817-1818.

Όλες οι άλλες πηγές, συγκλίνουν στο ότι οι πρώτοι Έλληνες που πάτησαν το πόδι τους στην Αυστραλία , ήταν επτά Έλληνες ναυτικοί, που είχαν καταδικαστεί σε εξορία ως βαρυποινίτες από τις βρετανικές αρχές.

Επρόκειτο για επτά ναυτικούς, πλήρωμα της σκούνας «Ηρακλής»: Τον καπετάνιο Αντώνη Μανώλη από την Αθήνα και τους Υδραίους ναυτικούς Δαμιανό Νινή, Γκίκα Βούλγαρη, Γεώργιο Βασιλάκη, Κωνσταντίνο Στρόμπολη, Γεώργιο Λαρίτσο και Νικόλαο Παπανδρέου.

Οι επτά Έλληνες ναυτικοί, με τον «Ηρακλή», σταμάτησαν τη βρετανική μπικέτα «Άλκηστη», που κατευθυνόταν από τη Μάλτα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και αφαίρεσαν μέρος του φορτίου της. Λίγο αργότερα, το βρετανικό πλοίο «Cygnet» που περιέπλεε την Κρήτη, συνέλαβε τους Έλληνες ναυτικούς και τους οδήγησε στη Μάλτα. Εκεί, προσήχθησαν σε δίκη, όπου κάτω από αμφιλεγόμενες συνθήκες καταδικάστηκαν για πειρατεία, αρχικά σε θάνατο και στη συνέχεια σε ισόβια. Στάλθηκαν μαζί με άλλους καταδίκους στην Αυστραλία, όπου έφτασαν στις 27 Αυγούστου 1829.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας μας και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η νομιμότητα της δίκης και το μέγεθος της ποινής αμφισβητήθηκαν από την Ελλάδα. Το 1834, δόθηκε χάρη στους επτά ναυτικούς, πέντε από τους οποίους, με έξοδα του ελληνικού κράτους, επέστρεψαν στη χώρα μας (1836). Η όλη εξέλιξη, δείχνει ότι πιθανότατα οι νεαροί ναυτικοί δεν ήταν πειρατές, αλλά επαναστάτες. Ο πλοίαρχος Αντώνης Μανώλης και ο Γκίκας Βούλγαρης, προτίμησαν να παραμείνουν στην Αυστραλία. Ο Μανώλης εργάστηκε ως κηπουρός και πέθανε στη μακρινή χώρα το 1880, σε ηλικία 76 ετών. Ο Γκίκας Βούλγαρης, απέκτησε περιουσία, έγινε Αυστραλός υπήκοος το 1861 και άλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ. Παντρεύτηκε μια νεαρή Ιρλανδή και απέκτησε 10 παιδιά και 52 εγγόνια.

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις, ότι ελάχιστοι Έλληνες που υπηρετούσαν στον Βρετανικό αυτοκρατορικό στρατό στα Επτάνησα, όταν αυτά ανήκαν στη Βρετανία, καταδικάστηκαν για διάφορα παραπτώματα και εξορίστηκαν στην Αυστραλία.
Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, αναφέρουν ότι κάποια ελληνικά πλοία έφτασαν στις ακτές της Αυστραλίας το 1828. Ο πρώτος Έλληνας μετανάστης (με τη θέλησή του) στην Αυστραλία, σύμφωνα με καταγεγραμμένες πηγές, ήταν ο Σαμιώτης ναυτικός John Peters (Ιωάννης Πέτρου;), που αφού εργάστηκε αρχικά (1838) ως μεταλλωρύχος έγινε γεωργός στην περιοχή Braidwood. Πέθανε στο Σίδνεϊ το 1887.

Την ίδια εποχή, έφτασε στην Αυστραλία και η πρώτη Ελληνίδα. Πρόκειται για την Ηπειρώτισσα (από το Πλαίσιο Θεσπρωτίας), Αικατερίνη Πλέσσου ή Πλέσσα.
Γεννήθηκε το 1810. Μεγάλωσε στο χαρέμι του Μουχτάρ, γιου του Αλή πασά, στην Αλβανία, όπου ζούσε και η μητέρα της, την οποία είχε απαγάγει ο ίδιος ο Μουχτάρ.
Σε ηλικία 12 ετών μόλις, την αρραβώνιασαν με τον Ιωάννη Κωλέττη (τότε γιατρό του Μουχτάρ και μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας). Όταν με διαταγή του σουλτάνου ο Μουχτάρ εκτελέστηκε, ο αρραβώνας διαλύθηκε, η Αικατερίνη βρέθηκε στο Μεσολόγγι (1824) και έπειτα στη νήσο Κάλαμο του Ιονίου. Εκεί γνώρισα τον μετέπειτα σύζυγο της, Βρετανό αξιωματικό James Henry Crummer. Το 1835, η Αικατερίνη Πλέσσου εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία μαζί με τον Crummer. Στη μακρινή χώρα, έζησε ως το θάνατό της, το 1907 (σε ηλικία 97 ετών). Με τον σύζυγό της, απέκτησαν 11 παιδιά, 7 κορίτσια και 4 αγόρια.
Υπάρχουν αναφορές για μία γυναίκα, τη Μαρία Μπαρτίδη (Bartides), η οποία είχε εγκατασταθεί το 1830 στον οικισμό του ποταμού Swan στη δυτική Αυστραλία.
Δεν είναι σίγουρο όμως ότι πρόκειται για Ελληνίδα.

Σταδιακά, ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία μεγάλωνε. Το 1860, ζούσαν 350 Έλληνες στη Βικτόρια και 300 στη Νέα Νότια Ουαλία, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν χρυσωρύχοι.

Στη Βικτόρια, ιδρύθηκε από Έλληνες χρυσωρύχους οικισμός που ονομάστηκε Arcadia (Αρκαδία) και αργότερα άλλοι παρόμοιοι οικισμοί από γεωργούς και καλλιεργητές οπωροφόρων δέντρων: η Pella (Πέλλα) και η Lemnos (Λήμνος). 100 χιλιόμετρα νότια του Cairns ιδρύθηκε χωριό από Έλληνες κόφτες καλαμιών με το όνομα Florina (Φλώρινα), ενώ 35 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Mackay του Queensland, οργανώθηκαν οικισμοί Ελλήνων με τα ονόματα Mount Ossa (Όρος Όσσα) και Mount Pelion (Όρος Πήλιον).

Σταδιακά, ονόματα Ελλήνων που διακρίθηκαν σε κάποιον τομέα, άρχισαν να δίνονται σε ονόματα πόλεων. Έτσι, το όνομα του Σπαρτιάτη Ιωάννη Ντόσκου δόθηκε σε δρόμο του Περθ και το όνομα του Κώστα Λιάσκου, εμπόρου πουλερικών, δόθηκε σε δρόμο της Αδελαΐδας.
Οι πρώτες εμφανίσεις Ελλήνων εποίκων στη Δυτική Αυστραλία, χρονολογούνται στα 1870. Οι Πέτρος Χρήστου, Αντώνιος Φασούλας και Αντώνιος Ιουλιανός, θεωρούνται οι πρωτοπόροι μετανάστες.

Η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά Ελλήνων εποίκων της πόλης Bunbury που βρίσκεται 159 χιλιόμετρα νότια του Περθ, χρονολογείται από το 1899. Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Παλαμίδη από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας.

Η πρώτη καταγεγραμμένη άφιξη Έλληνα στη Νότια Αυστραλία, σημειώθηκε το 1856. Το 1863, έφτασε και εγκαταστάθηκε στην Αδελαΐδα ο Ψαριανός Ιωάννης Κοτζιάς, ο οποίος μαζί με τον Κωνσταντινουπολίτη Μανώλη Παπαδόπουλο (1880) και τον Δημήτριο Μανωτή (1882), αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους, στην αποικία αυτή. Ο Γεώργιος Καρράς από τον Πόρο, ήταν ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στην παραθαλάσσια κωμόπολη Port Pirie, το 1888.
Οι πρώτοι Έλληνες, έφτασαν στο Queensland το 1860, ο αριθμός τους όμως παρέμεινε σχετικά μικρός.
Στο Μπρισμπέιν ιδρύθηκε και λειτούργησε το 1913 ο πρώτος Ελληνικός Οργανισμός του Κουίνσλαντ, με την επωνυμία Queensland Hellenic Association.
Στην Τασμανία, ο πρώτος Έλληνας έφτασε το 1860.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι τουλάχιστον 8 όρη της Τασμανίας, έχουν ελληνικά ονόματα! Πρόκειται για τα: Mount Ossa (1.617 μ.), το ψηλότερο όρος του νησιού, Mount Pelion West (1.560 μ.), Mount Thetis (1.482 μ.), The Acropolis (1.482 μ.), Mount Hyperion (1.480 μ.), Mount Pelion East(1.461 μ. ),Mount Olympus East – Peak (1.449 μ.) και Mount Achilles (1.363 μ.).

Οι μεταναστευτικοί περιορισμοί που είχαν επιβληθεί από τις αποικίες της Αυστραλίας μετά το 1890, κράτησαν τον αριθμό των Ελλήνων της Αυστραλίας σε χαμηλά επίπεδα: περίπου 800 το 1896 και 1200, μετά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας το 1901.
Μια ξεχωριστή περίπτωση: Η Κοντέσα Διαμαντίνα Ρώμα
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι ελληνικής καταγωγής άνδρες της Αυστραλίας, ξεπερνούσαν κατά πολύ τις ελληνικής καταγωγής γυναίκες.
Κατά την απογραφή του πληθυσμού της Βικτόριας το 1857, αναφέρονται και 3 γυναίκες της «Ελληνικής Εκκλησίας» (ενν. Ορθόδοξης). Το 1861, ο αριθμός τους ανέρχεται στις 13 και το 1871 στις 27, από τις οποίες οι 19, ήταν γεννημένες στην Ελλάδα.

Ιδιαίτερης αναφοράς, χρήζει η γεννημένη στη Ζάκυνθο κοντέσα Διαμαντίνα Ρώμα, ελληνοβενετικής καταγωγής. Αυτή, έφτασε στην Αυστραλία το 1859 ως σύζυγος του πρώτου κυβερνήτη του Queensland και μετέπειτα κυβερνήτη της Βικτόριας, Sir George Bowen. Η Diamantina Roma Bowen (περ. 1832-1893), όπως είναι διεθνώς γνωστή, διακρίθηκε για τη φιλανθρωπική της δράση και άφησε με τη γενναιοδωρία της το στίγμα της στην αυστραλιανή ιστορία.
Το όνομά της φέρουν σήμερα ένας δρόμος (Roma Street), ένα πάρκο (Lady Bowen Park) και ένας σιδηροδρομικός σταθμός στο Μπρισμπέιν (Roma St. Station), μια πόλη (Town of Roma) κι ένα ποτάμι (Diamantina River) στο Κουίνσλαντ και καταρράκτες (Diamantina Falls) στη Βικτόρια.
Όπως αναφέραμε, ο αριθμός των Ελληνίδων στην Αυστραλία παρέμεινε μικρός ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Πάντως η πρώτη Ελληνίδα απόφοιτος πανεπιστημίου της Αυστραλίας (συγκεκριμένα στο Σίδνεϊ), ήταν η Ωραία Έμμα Ελλάς Μουστάκα (1897).
Επίσης, σε κατάλογο των πρώτων 261 Ελλήνων που είχαν πολιτογραφηθεί μέχρι το 1903 και υπάρχει στο βιβλίο του H. Gilchrist “Australian and Greeks Volume I: The Early Years”, Sydney 1992, υπάρχει μόνο μια γυναίκα, η Asica Matton, που γεννήθηκε στην Ελλάδα το 1855, διατηρούσε κατάστημα στο Ίπσουιτς του Κουίνσλαντ και ήταν χήρα.
Επίλογος

Όπως είδαμε, ο εποικισμός της Αυστραλίας στηρίχτηκε κυρίως σε κατάδικους και στρατιωτικούς. Οι περιορισμοί ήταν πολλοί για όσους ήθελαν να εγκατασταθούν εκεί. Ως το 1890, οι περισσότεροι Έλληνες της Αυστραλίας, κατάγονταν από τα Κύθηρα και την Ιθάκη, ενώ μετά το 1902 εγκαταστάθηκαν εκεί πολλοί Καστελλοριζιοί.
Σύμφωνα με την απογραφή του 2016, ελληνική καταγωγή δήλωσαν ότι έχουν 421.000 κάτοικοι της Αυστραλίας (ποσοστό 1,8% του πληθυσμού).
Η ελληνική γλώσσα ομιλείται από 237.558 άτομα, 122.794 γυναίκες και 114.794 άνδρες.

Με τους Έλληνες της Αυστραλίας από τις αρχές του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας, θα ασχοληθούμε σε μελλοντικό μας άρθρο.
Πηγές:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Μ. ΤΑΜΗΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ», ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ (1830-1958), ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1997.
Παναγιώτα Νάζου, «Η θέση και ο ρόλος της Ελληνίδας στην Αυστραλία» στο συλλογικό «Η Ελληνική Διασπορά στην Αυστραλία», Εκδόσεις Παπαζήση 2012.

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

To Παρίσι αποτίει φόρο τιμής στην Lady Diana με έναν ξεχωριστό τρόπο

http://bit.ly/2W0N2Df


Ήταν 31 Αυγούστου 1997 όταν η Diana και ο τότε σύντροφός της Dodi Al Fayed σκοτώθηκαν σε τροχαίο δυστύχημα στους δρόμους του Παρισιού, όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν
φεύγοντας από το ξενοδοχείο Ritz ανετράπη στην προσπάθειά του -μεθυσμένου- οδηγού του να αποφύγει το κυνήγι των παπαράτσι.
Έχουν περάσει σχεδόν 22 χρόνια από τότε που η κοσμαγάπητη και λαοπρόβλητη Diana σκοτώθηκε στη γέφυρα της Άλμα στο Παρίσι κι όμως ο Τύπος δεν έχει σταματήσει ούτε μέρα να ασχολείται και να γράφει για εκείνη. Φέτος η Πόλη του Φωτός μαζί με την 22η επέτειο του θανάτου της θα αποτίσει φόρο τιμής στην αδικοχαμένη Πριγκίπισσα με έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο: Σύμφωνα με τη Le Monde, οι Αρχές του Παρισιού σχεδιάζουν να μετονομάσουν την πλατεία ακριβώς πάνω από την γέφυρα Άλμα όπου κι έχασε τη ζωή της “Place Diana”, μετατρέποντας σε μνημείο την ακριβή τοποθεσία όπου η Πριγκίπισσα της Ουαλίας έχασε τη ζωή της.

Ακόμη όμως και μέχρι τώρα που δεν υπάρχει επίσημο μνημείο για εκείνη στο συγκεκριμένο σημείο, τόσο οι τουρίστες όσο και οι ντόπιοι αφήνουν λουλούδια και άλλα αντικείμενα για να δείξουν την αγάπη, το πένθος και το σεβασμό τους στο πρόσωπό της σε ένα άλλο άγαλμα που υπάρχει εκεί και είναι μια replica της φλόγας που κρατά το άγαλμα της Ελευθερίας το οποίο βρίσκεται στη Νέα Υόρκη. Η Diana μπορεί να έφυγε, αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ. Αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη ενός ανθρώπου, η αθανασία.

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

Η Πόλις εάλω: Η «μαύρη» επέτειος της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης

http://bit.ly/2HISF4Q

29 Μαΐου 1453: Σήμερα συμπληρώνονται 566 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μία ημέρα που Έλληνες και Τούρκοι μνημονεύουν με διαφορετικά
συναισθήματα.
Ιστορικά, βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Την εποχή εκείνη η Πόλη είχε αποδεκατιστεί τόσο από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων όσο και από την πανώλη που μάστιζε.
Παράλληλα, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.

Υπήρχαν θρησκευτικές έριδες και εμφύλιες διαμάχες, των Δυτικών αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν εντός του λιμανιού της Πόλης. Συγχρόνως, υπήρχε μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες όπως ο Μυστράς που έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου!
Την ίδια χρονική στιγμή οι άνθρωποι ήταν διχασμένοι καθώς υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ένωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ένωση μαζί με τους Τούρκους αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν. Μ’ αυτή την εκδοχή η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά και η ανθενωτική διαμάχη διογκώθηκε μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ένωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια.

Ένας ακόμη παράγοντας παρακμής σύμφωνα με την Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ ήταν και η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες που προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής και οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη που κυριαρχούσε φόβος και ένα κλίμα βαρύ.
Η εξέλιξη των γεγονότων οδήγησε ώστε οι Τούρκοι να μείνουν απερίσπαστοι από απειλές και να αφοσιωθούν στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Προηγήθηκε η οικοδόμηση ενός επιβλητικού φρουρίου στις ευρωπαϊκές ακτές των στενών του Βοσπόρου. Στόχος ήταν το Ρούμελη-Χισάρ, όπως ονομάστηκε να αποκόψει την πρωτεύουσα από τα λιμάνια του Ευξείνου ώστε οι κάτοικοι να πεινάσουν καθώς της στέρησε τη δυνατότητα να προμηθεύεται σιτηρά από εκεί.

Το 1402 ο σουλτάνος των Τούρκων Βαγιαζήτ είχε υποστεί πανωλεθρία στη μάχη της Άγκυρας από το στρατό των Μογγόλων του Ταμερλάνου. Η ήττα αυτή προκάλεσε μεγάλη εσωτερική κρίση στο κράτος των Οθωμανών και το Βυζάντιο σταμάτησε να πληρώνει φόρο υποτέλειας και εξασφάλισε, παρά την αδυναμία του, παράταση ζωής μισού αιώνα.

«Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα» σημειώνει η Ελληνίδα βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ

Ο λόγος που δεν πραγματοποιήθηκε αυτό ήταν γιατί ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους και ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι δηλαδή η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων καθώς πήγαιναν στη Δύση, έστω κι αν τους δέχονταν εκεί με τιμές αλλά το αποτέλεσμα δε στέφτηκε με επιτυχία.

Έτσι το Βυζάντιο δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσέγγισε τον Πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε εκ νέου ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αναγκάστηκε τελικώς να αποδεχθεί το αίτημα του αυτοκράτορα προκειμένου να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς για να πείσουν το λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.

Σύμφωνα με την Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ πολλοί λένε ότι η Δύση τελικώς δε βοήθησε. Όμως, η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Επίσης, μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί ήταν φοβισμένοι. Όταν ανέλαβε ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Άλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι δε γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα λέγοντας χαρακτηριστικά: “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”.

Το 1425 στέφθηκε αυτοκράτορας ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος. Στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας δέχθηκε την πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης στην Καθολική Εκκλησία. Ο βυζαντινός λαός, όμως, δεν αποδέχθηκε τις συμφωνίες αυτές καθώς το λαϊκό αίσθημα κατά των Λατίνων ήταν εχθρικό καθώς δεν μπορούσαν να λησμονήσουν τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204.

Την ίδια περίοδο οι Τούρκοι αντιμετώπιζαν δυσχέρειες στη Βαλκανική από τον Ιωάννη Ουνυάδη και τον Αλβανό ηγέτη Γεώργιο Σκεντέρμπεη, οι οποίοι πέτυχαν λαμπρές νίκες εναντίον τους. Ωστόσο, η σταυροφορία που οργανώθηκε στη Δύση, για να σταματήσει την προέλαση των Τούρκων, συντρίφθηκε το 1444 στη Βάρνα.


Το1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Στην Ανδριανούπολη, συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2.000 από τους οποίους μισθοφόροι ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού.

Η Πόλη περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.

Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο που προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στόλος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.

Έτσι, η κατάσταση έγινε τραγική καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.

Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453 όπου στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στην ανυπεράσπιστη πόλη καταλαμβάνοντάς την εντός λίγων ωρών. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έχασε τη ζωή του μαχόμενος. Οι Τούρκοι,προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το ίδιο βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ λέγοντας: «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης».

Το πρωί της 7ης Μαΐου οι Τούρκοι και οι Έλληνες όρμησαν ο ένας στον άλλο σε μια επίθεση σώμα με σώμα. Ο Γιουστινιάνης με κάμποσους πολεμιστές όρμησε κραυγάζοντας απάνω στους Τούρκους με τόση αφοβία, ώστε εν ριπή οφθαλμού τους πέταξε κάτω από τα τείχη και γέμισε το χαντάκι σκοτωμένους.

Η απάντηση των Ελλήνων στις προτάσεις των Τούρκων για την παράδοση της Πόλης

Ο γιος του άρχοντα της Σινώπης Ισμαήλ, έκανε προτάσεις, (με οικονομικό αντίτιμο), στους Έλληνες για ειρήνευση λέγοντας πως μπορεί να μεσολαβήσει στο να γίνει μια συμφωνία με το Σουλτάνο. Το επιχείρημά του ήταν πως αν δεν πραγματωθεί συμφωνία, ο πληθυσμός όλος θα σκλαβωθεί. Οι Έλληνες πείστηκαν και έστειλαν τον Ισμαήλ στο Σουλτάνο ο οποίος και διέταξενα πληρώνεται στον ίδιο κάθε χρόνο φόρος, ύψους 100000 νομίσματα.

Στις 28 Μαΐου πραγματοποιήθηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ σε λόγο προς τον λαό του, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός».

Η πολιορκία κράτησε σχεδόν 2 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια,όμως, οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Βέβαια η παράδοση του Βυζαντίου δεν έσβησε με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την υποταγή στους Τούρκους. Άλλωστε η Δυτική Ευρώπη, στα χρόνια του Ανθρωπισμού και της Αναγέννησης, βρήκε στο Βυζάντιο την πηγή, από την οποία γεύθηκε τους καρπούς του αρχαίου πνεύματος.

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

Τα παράπονα που έκανε ένας πολίτης στον δήμαρχό του το 1929

http://bit.ly/2HDh0sQ


« -Κύριε Δήμαρχε, το υπόγειό μου γεμίζει νερά. -Τί θέλεις να σου κάνω κύριέ μου; -Να στείλης μια αντλία να το τραβήξη, γιατί θα μου χαλάση τα θεμέλια.
Δυστυχώς φίλε μου ο Δήμος δεν έχει αντλία, ούτε και καμμίαν αρμοδιότητα επί του προκειμένου»

Μετά από μια μικρή πασχαλινή ανάπαυλα, συνεχίζουμε τις πολιτικές μας ιστορίες από την Παλιά Αθήνα στη νέα μας στήλη «Καλό Βόλι», που θα σας κρατά συντροφιά μέχρι τις εκλογές. Μάλιστα επειδή οσονούπω εκλέγουμε και Δήμαρχο το σημερινό μας θέμα θεωρείται άκρως επίκαιρο…

«Καλό Βόλι» Είναι μια φράση που αρχικά χρησιμοποιούσαν ως ευχή οι αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 για εύστοχη βολή κατά του τυράννου. Μετά το 1864 χρησιμοποιείται μεταφορικά ως ευχή για εύστοχη πολιτική επιλογή μπροστά στις εκλογικές κάλπες.

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ είναι τέλος και ο τίτλος του νέου επίκαιρου βιβλίου του Αθηναιογράφου και συνεργάτου μας Θωμά Σιταρά, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, και ο οποίος βεβαίως θα επιμελείται του υλικού.

«Τα παράπονά σου στο Δήμαρχο, τ’ ακούς;

Αυτή η επωδός συνοδεύει πάντοτε κάθε διαφορά των καλών και φιλοτίμων΄Ελλήνων. Παραπέμπουν ο ένας τον άλλον στο Δήμαρχο, σαν ο άρχων μιας πόλεως, να υποκατέστησε τον Κατή της Τουρκοκρατίας.

-Τα παράπονά σου στο Δήμαρχο. Όταν ο Έλλην εκστομίση αυτή τη φράσι, που έχει και την αξίωσι «πνεύματος», θεωρεί τον εαυτό του λελυμένο πάσης υποχρεώσεως και τας διαφοράς του τακτοποιημένας.

Ας ίδωμεν όμως ποία η θέσις του Δημάρχου απέναντι των πολιτών, που παραπέμπουν εαυτούς και αλλήλους εις αυτόν. Μιάς ώρας παραμονή εις το γραφείον του είνε αρκετή. Παρακολουθήσατέ την και σεις από της παρούσης στήλης, αφού δεν είχατε την ευτυχίαν να την υποστήτε εκ του σύνεγγυς.

***
Εις το γραφείον του ιδιαιτέρου και εις τον προθάλαμον, περιμένει κόσμος πολύς, άνθρωποι πάσης τάξεως και ηλικίας και φύλλου ακόμη. Η ενδεκάτη ώρα σημαίνει και η θύρα ανοίγεται, διότι αυτή την ώρα ο κ. Δήμαρχος δέχεται ελευθέρως πάντα παραπονούμενον.

Το πλήθος, που αναμένει εκεί, δεν εισέρχεται, αλλ’ εισορμά και περικυκλώνει τον κ. Δήμαρχο, ο οποίος καθίσταται από της στιγμής εκείνης πραγματικά αιχμάλωτος. Ασφυκτιά, δεν ημπορεί ν’ αναπνεύση, αλλ’ είνε υποχρεωμένος να υφίσταται τα δεσμά της ανθρωποαλύσεως που τον περισφίγγει, δια τον απλούστατονλόγον ότι είνε Δήμαρχος!

-Γιατί τον ψηφίσαμε; Για να μας ακούη, λέει ο λαμπρός Έλλην.

Και ο Δήμαρχος, ακούει ταύτα, χωρίς να χάνη την υπομονή του, ή κι’ αν τη χάνει, καταπίνει τη γλώσσα του.

-Κύριε Δήμαρχε, το υπόγειό μου γεμίζει νερά.

-Τί θέλεις να σου κάνω κύριέ μου;

-Να στείλης μια αντλία να το τραβήξη, γιατί θα μου χαλάση τα θεμέλια.

-Δυστυχώς φίλε μου ο Δήμος δεν έχει αντλία, ούτε και καμμίαν αρμοδιότητα επί του προκειμένου.

Ο ψηφοφόρος φεύγει θυμωμένος, η άκρη του μύστακός του κινείται όπως το τρίχωμα εξαγριωμένης τίγρεως, και απερχόμενος μουρμουρίζει κατά φρένα και θυμόν.

-Ακούς εκεί… Να μη μου βγάζη τα νερά από το σπίτι. Θα ξαναγίνουν δημοτικές εκλογές. Το κάτω-κάτω να πλερώσουμε τα έξοδα αδελφέ… Αλλά δε βαρυέσαι… κι ύστερα σου λένε, τα παράπονά σου στο Δήμαρχο. Ποιό Δήμαρχο; Να μη σου αδειάζη τα νερά; Πφ!

Εν τω μεταξύ οι άλλοι συμφυρώμενοι περί τον Δήμαρχον, ρίπτουν τον λίθον του αναθέματος κατά του προλαλήσαντος, εις τρόπον μάλιστα να ακουσθούν και να τύχουν καλλιτέρας ευμενείας.

-Τρελλόςείνε αυτός φαίνεται. Ακούς να του αδειάση ο Δήμαρχος τα νερά! Και κάνει και το φίλο. Τέτοιοι φίλοι όμως, είνε χειρότεροι από τους εχθρούς.

Ο κ. Δήμαρχος όμως αντί να τείνη ους ευήκοον εις ταύτα, ακούει τα παράπονα άλλου δημότου, που αρχίζει ως εξής:

-Να μου ζήσης κ. Δήμαρχε.

-Ευχαριστώ.

-Με ξέρεις εμένα.

-Βεβαίως.

-Ποίος είμαι;

-! ! …

-Δε θυμάσαι κ. Δήμαρχε;

-Τόσοι φίλοι, αγαπητέ μου…

-Ας είνε. Δε σου γύρεψα τίποτα κ. Δήμαρχε ως τώρα. Ένα ρουσφέτι μούκανες μονάχα, μου διώρισες δηλαδή δυό-τρεις ανθρώπους δικούς μου, αλλά τώρα θέλω κι άλλο ένα.

-Ν’ ακούσω κι’ αν μπορώ ευχαρίστως.

-Έχω ένα σπιτάκι…

-Και το παίρνει το σχέδιο;

-Όχι, αλλά γκρεμίστηκε η μάντρα

-Λοιπόν;

-Φουκαράς άνθρωπος είμαι, είπα: Ποιος άλλος από το Δήμαρχό μας θα το χτίση;

-Φίλε μου, αυτό δεν…

-Και γιατί σε ψηφίσαμε κυρ Δήμαρχε;

-Για να σας χτίσω σπίτια;

-Αμέ. Που θα βρώγω τα λεφτά να χτίσω τη μάντρα; Ελόγου σας έχετε δω πέρα συνεργεία, να στείλης ένα μάστορα να μου το χτίση…

Θέλετε τον επίλογον της στιχομυθίας. Ιδού τον. Φαντασθήτε ένα άνθρωπονπρωτόγονον, του οποίου το άγριονένστικτον που ήτο εις λανθάνουσανκατάστασιν, εξηγέρθη. Από το στόμα του βγαίνουν αφροί λύσσης και απειλαί εκτοξεύονται…

-Αϊντε και θα τα ξαναπούμε στις εκλογές…

***
Εις ύφος γάτας κλαυθμηριζούσης, πλησιάζει τον Δήμαρχον μια γυναικούλα του λαού.

-Τι θέλεις κυρά μου;

-Συ είσαι ο πατέρας μου, κύριε Δήμαρχε.

-Καλά, τι θέλεις;

-Να χαρής ό, τι επιθυμεί η ψυχούλα σου. Να σε ιδώ και… ναύαρχο κυρ Δήμαρχέ μου, κάνε το ψυχικό.

-Τι πράγμα κυρά μου;

-Αυτός ο άνδρας μου…

-Θέλει καμμιά δουλειά;

-Έχει δουλειά, αλλά έχει και μια πατσαβούρα που του τρώει τα λεφτά, και μ’ απαράτησε.

-Τι θέλεις να σου κάνω γώ;

-Να του πης να’ ρθή στο σπίτι…

Έτερος όμως ανοιχτομάτης που καταλαβαίνει το άσκοπον της απασχολήσεως του Δημάρχου, παραγκωνίζει τη γυναικούλα και ορθούται προ του Δημοτικού Άρχοντος.

-Κύριε Δήμαρχε, γειά σου. Ήρθα για κείνη τη δουλειά που ξέρεις…

-Δε θυμούμαι αγαπητέ, με συγχωρείς. Πες μου πάλι…

-Δε θυμάσαι; Αφού την άλλη φορά έκανα παράπονα…

Χωρίς να δώση εξηγήσεις, φεύγει και αυτός απειλών ότι θα φάη η μυίγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι…

Αι άλλαι δεκάδες των ανθρώπων, αφίνουν εν τω μεταξύ να περάση «η κακή ώρα» ήγουν να συνέλθη ο κ. Δήμαρχος δια να ζητήσουν το ρουσφετάκι των. Όταν αποκαθίσταται ησυχία, πλησιάζουν ένας, ένας δειλά-δειλά και εξαπολύουν από το έρκος των οδόντων των το παράπονό των.

-Κυρ Δήμαρχε να μας βάλης ένα φως μπροστά στο σπίτι μας…

-Να μας ασφαλτοστρώσης το δρόμο μας…

-Να μας ενώσης το βόθρο με τη δημοτική υπόνομο…

-Να μας ασβεστώσης το πεζοδρόμιο…

Και ό, τι άλλο φαντασθήτε. Δι‘ όλα τα λογικά παράπονα κρατούνται σημειώσεις ή δίδονται εκείνην την στιγμήν εντολαί προς τους αρμοδίους υπαλλήλους. Αλλά ενώ η υποβολή των παραπόνων διεξάγεται κανονικώς και ησύχωςεισελαύνει ένας νέος παραπονούμενος εις το γραφείον του Δημάρχου, ως ταύρος μαινόμενος. Και δεν ζητεί ούτε λίγο, ούτε πολύ:

-Δεν είνε κατάστασις αυτή κύριε Δήμαρχε

-Τι τρέχει αγαπητέ μου;

-Προχθές είπα του σκουπιδιάρη να πάρη τη στάχτη της μπουγάδας…

-Αυτό δεν είνε υποχρέωσις του Δήμου, αγαπητέ μου…

-Πως δεν είνε; Χθες πάλι γιόρταζα και είπα να βάλουν τρία λαμπιόνια στη γωνία του σπιτιού μου και να καταβρέξουν τέσσερες φορές το δρόμο. Τίποτε δεν έγινε. Σου κάνω το παράπονο για να το ξέρης.

***
Κατόπιν των ανωτέρω και άλλων παραπόνων, που δεν θα έφθανε μια σελίς δια ν’ αναγραφούν, θα έπρεπεν η Ένωσις των Δήμων να συνέλθη και να ζητήση δια νόμου από την κυβέρνησιν την κατάργησιν του κακού αυτού εθίμου να κάμουν οι πολίται τα παράπονά των εις το Δήμαρχο».

(«Η Ελληνική», 1929, «Ο πάρεδρος»)

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

12 από τα πιο ακριβά λάθη που έγιναν στην ιστορία

http://bit.ly/2HEo4FD


Όλοι έχουμε δικαίωμα στο λάθος άλλωστε κανείς δεν είναι τέλειος.
Ωστόσο, μερικές φορές κάποιοι συνδυασμοί λαθών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες και κυρίως οικονομικές!

Δείτε παρακάτω τα 12 πιο ακριβά λάθη στον κόσμο.

12. Κατάρρευση πολυκατοικίας

Μια μέρα αυτή η πολυκατοικία στην Σανγκάη που ήταν μέρος ενός συγκροτήματος 11 πολυκατοικιών απλά έπεσε. Είναι θαύμα που δεν έπεσε πάνω σε κάποια άλλη πολυκατοικία και δεν δημιουργήθηκε το φαινόμενο ντόμινο. Οι λόγοι της κατάρρευσης ήταν τα χαμηλής ποιότητας θεμέλια και η μη συμμόρφωση με τα πρότυπα κατασκευής.

11. Η κατά λάθος καταστροφή μιας κιθάρας 150 ετών
Η κιθάρα με την οποία έπαιξε μουσική η Τζένιφερ Τζέισον Λέιχ στην ταινία του Ταραντίνο «The Hateful Eight» ήταν μια πραγματική κιθάρα ηλικίας 150 ετών, που είχαν νοικιάσει από το μουσείο κιθάρας Μάρτιν. Υπέθεσαν ότι για την συγκεκριμένη σκηνή θα έπαιρναν ένα αντίγραφο της κιθάρας, αλλά ο Κερτ Ράσελ δεν ήταν ενήμερος και έσπασε την κιθάρα.

10. Ένα πολύ βαρύ υποβρύχιο που δεν ερχόταν στην επιφάνεια
Η κυβέρνηση της Ισπανίας ξόδεψε 1,75 δισεκατομμύρια ευρώ για αυτό το καινούργιο υποβρύχιο, αλλά κατά την διάρκεια της κατασκευής κατάλαβαν ότι ήταν πολύ βαρύ και δεν θα μπορούσε να ξαναβγεί στην επιφάνεια μόλις βυθιζόταν. Από ότι φαίνεται κάποιος έκανε λάθος στους υπολογισμούς από την αρχή.

9. Μιλένιουμ, η γέφυρα που χορεύει
Η γέφυρα βρίσκεται στο Λονδίνο. Εγκαινιάστηκε το 2000 και παρά λίγο να κλείσει αμέσως. Από ότι φάνηκε όταν βρίσκονταν πάνω της πολλοί άνθρωποι, άρχιζε να κουνιέται. Για την ανακατασκευή και την προσθήκη σταθεροποιητικών στοιχείων χρειάστηκαν άλλα 5 δισεκατομμύρια.

8. Η απώλεια ενός διαστημόπλοιου
Το Mars Climate Orbiter αναπτύχθηκε από τη NASA για να μελετήσει το κλίμα στον Άρη. Ωστόσο, λόγω ενός απίστευτου λάθους, η επαφή με το διαστημόπλοιο χάθηκε όταν βρισκόταν στην ατμόσφαιρα.

7. Ένας ουρανοξύστης που λιώνει αυτοκίνητα
Χάρη στο κοίλο σχήμα του και την επιφάνεια του γυαλιού, ο ουρανοξύστης Walkie-Talkie στο Λονδίνο δεν είναι παρά ένας τεράστιος καθρέπτης. Το φως της αντανάκλασης ήταν τόσο έντονο που έλιωσε μερικά από τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα σε κοντινή απόσταση. Για να αποφύγουν περαιτέρω ζημιές, εγκατέστησαν ηλιακή προστασία στο κτίριο.

6. Πεταμένα bitcoin
Το 2009 εμφανίστηκαν bitcoin και τότε ήταν εύκολο να τα αποκτήσει κάποιος. Ο Άγγλος James Howell είχε συγκεντρώσει 7.500 σε ψηφιακά νομίσματα, αλλά τότε δεν είχαν σχεδόν καμία αξία. Ωστόσο, μέχρι το 2013 η αξία των bitcoin είχε φτάσει τα 7.5 εκατομμύρια. Όταν ο άντρας έμαθε πόσο τυχερός ήταν, συνειδητοποίησε ότι είχε πετάξει τον σκληρό δίσκο στα σκουπίδια.

5. Βάσα, το βυθισμένο πλοίο
Το πλοίο Βάσα θα γινόταν η ναυαρχίδα του ναυτικού της Σουηδίας τον 17ο αιώνα. Ωστόσο, δεν πρόλαβε καν να φύγει από το ναυπηγείo και να πάει στον κόλπο της Στοκχόλμης.

Εξαιτίας ενός λανθασμένου σχεδιασμού, το πλοίο ήταν πολύ ασταθές. Με λίγο αέρα αναποδογύρισε μπροστά στα μάτια πολλών κατοίκων.

4. Το ένα μέρος της γέφυρας κατέρρευσε
Η γέφυρα πάνω από τον ποταμό Χαν στην Σεούλ έγινε διάσημη, όταν ένα κομμάτι της κατέρρευσε σε ώρα αιχμής το 1994. Το κεντρικό κομμάτι της κατασκευής έπεσε στο ποτάμι, εξαιτίας κακής κατασκευής.

3. Λίμνη με διαρροή
Το 1989 σε μια αναζήτηση πετρελαίου δημιουργήθηκε μια διαρροή στην λίμνη Peigneur στις ΗΠΑ. Εξαιτίας λανθασμένων υπολογισμών, το τρυπάνι κατέστρεψε τον θόλο ενός ορυχείου αλατιού. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο μεγάλωνε η τρύπα. Η δίνη που σχηματίστηκε την εξέδρα, φορτηγά και ένα νησάκι. Ευτυχώς, δεν τραυματίστηκε κανένας.

2. Πλατιά βαγόνια και στενές πλατφόρμες
Το 2014, η σιδηροδρομική εταιρεία SNCF αποφάσισε να εκσυγχρονίσει το δίκτυο μεταφορών της και παρήγγειλε 2.000 καινούργια τρένα με κόστος 15 δισεκατομμύρια δολάρια.

Δυστυχώς, εξαιτίας λανθασμένων υπολογισμών τα τρένα φτιάχτηκαν πιο πλατιά από τις πλατφόρμες. Το πρόβλημα έπρεπε να λυθεί άμεσα και κόστισε άλλα 50 δισεκατομμύρια.

1. Η πώληση της Αλάσκα
Τον Μάρτιο του 1867, η Ρωσία πούλησε την Αλάσκα στην Αμερική για 7.2 εκατομμύρια δολάρια. Εκείνη την εποχή η Ρωσία κέρδισε πολλά χρήματα, αλλά έχασε τους φυσικούς πόρους της Αλάσκα που κοστίζουν δισεκατομμύρια.

via Blogger anatakti.gr

Εικόνα

INCREDIBLY RARE HISTORICAL PHOTOS THAT WILL LEAVE YOU SPEECHLESS

https://ift.tt/eA8V8J

via Blogger anatakti.gr